ΕΥΡΩΠΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ «ΠΡΑΣΙΝΗ» ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΣΤΗΝ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ – Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας παρουσιάστηκαν για χρόνια ως η λύση που θα μπορούσε να μετασχηματίσει το ευρωπαϊκό ενεργειακό μοντέλο και να περιορίσει την ανάγκη για συμβατικές μορφές παραγωγής. Η αισιοδοξία ήταν διάχυτη, ενώ οι πραγματικές προκλήσεις που θα προέκυπταν από τη μεταβατική περίοδο δεν βρίσκονταν πάντα στο επίκεντρο της συζήτησης.

Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική πραγματικότητα έμοιαζε για αρκετό διάστημα να έχει υποχωρήσει σε δεύτερο πλάνο. Η Ευρώπη, μέσα σε ένα περιβάλλον σχετικής ευημερίας και σταθερότητας, άρχισε να αντιμετωπίζει αρκετές από τις παραδοσιακές απειλές ως απομακρυσμένα ή θεωρητικά σενάρια.

Σταδιακά, όμως, δημιουργήθηκε ένα διαφορετικό πρόβλημα: η αδυναμία προσαρμογής πολιτικών που είχαν ήδη αποκτήσει ισχυρές οικονομικές, πολιτικές και τεχνολογικές διαστάσεις. Η «ανελαστικότητα» άρχισε να αποκτά χαρακτηριστικά δομικού προβλήματος, καθώς πολιτικές επιλογές, επενδύσεις και στρατηγικές δεσμεύσεις έδεναν ολοένα περισσότερο μεταξύ τους.

Η Ευρώπη και η ψευδαίσθηση της ασφάλειας

Σε αυτό το κλίμα, δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστες και οι αντιλήψεις για την εθνική ασφάλεια. Με την ευρωπαϊκή ενοποίηση να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς, ενισχύθηκε η πεποίθηση ότι η ήπειρος είχε εισέλθει σε μια μακρά περίοδο ειρήνης και ευημερίας.

Οι κοινωνίες της Ευρώπης άρχισαν να απομακρύνονται ψυχολογικά από την έννοια της πολεμικής απειλής. Οι κίνδυνοι που για δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένοι άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως υπερβολές ή ακόμη και ως επιχειρήματα που εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τα συμφέροντα των αμυντικών βιομηχανιών.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή.

Όταν οι γεωπολιτικές ισορροπίες άρχισαν να μεταβάλλονται, η Ευρώπη αναζήτησε εκ νέου εγγυήσεις ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία απέκτησε αυξημένο ενδιαφέρον για ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, προσφέροντας τη δική της γεωπολιτική χρησιμότητα, φυσικά με το ανάλογο τίμημα.

Το παράδοξο είναι ότι η Ευρώπη συχνά εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρή όταν αξιολογεί δημοκρατικές επιδόσεις και ζητήματα δικαιωμάτων άλλων κρατών, αλλά απέναντι στην Άγκυρα δείχνει να υιοθετεί μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, όταν αυτό εξυπηρετεί τις στρατηγικές της ανάγκες.

Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και το πρόβλημα του κατακερματισμού

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.

Παρά το υψηλό τεχνολογικό επίπεδο αρκετών ευρωπαϊκών αμυντικών προϊόντων, η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κατακερματισμού. Πολλά διαφορετικά συστήματα, διαφορετικές προδιαγραφές και ανεπαρκής συνεργασία μεταξύ κρατών δημιουργούν προβλήματα στην επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά παράδοξο: ευρωπαϊκές χώρες ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις ίδιες αγορές και, σε αρκετές περιπτώσεις, καταλήγουν να προμηθεύονται αμερικανικά συστήματα.

Η οικονομική διάσταση του προβλήματος είναι εξίσου σημαντική. Ένα σύστημα που παράγεται σε χιλιάδες μονάδες μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικό κόστος ανά μονάδα από ένα αντίστοιχο σύστημα που κατασκευάζεται σε πολύ μικρότερες ποσότητες.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα της Ευρώπης: η έλλειψη συντονισμού αυξάνει το κόστος και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα.

Η κρίση του 2008 και η απαρχή της «ανελαστικότητας»

Η οικονομική κρίση του 2008 αποτέλεσε σημείο καμπής. Οι επενδύσεις σε πυρηνική ενέργεια και υδρογονάνθρακες περιορίστηκαν σημαντικά, ενώ οι ΑΠΕ απέκτησαν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στην ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική.

Η πράσινη μετάβαση δεν ήταν πλέον μόνο ενεργειακή επιλογή. Μετατράπηκε σε πολιτικό και οικονομικό αφήγημα, συνοδευόμενο από μεγάλα προγράμματα επιδοτήσεων και επενδύσεων.

Παράλληλα, όμως, η προσπάθεια για ενεργειακή απεξάρτηση δημιούργησε νέες μορφές εξάρτησης. Η Ευρώπη αύξησε την ανάγκη της για εισαγόμενες πρώτες ύλες, σπάνιες γαίες, φωτοβολταϊκά και άλλες τεχνολογίες που συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με ασιατικές αλυσίδες παραγωγής, ιδιαίτερα την Κίνα.

Έτσι δημιουργήθηκε μια σημαντική στρατηγική αντίφαση: η προσπάθεια για μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία συνοδεύτηκε από νέες εξαρτήσεις στην παραγωγική αλυσίδα.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, καθώς η Ευρώπη καλείται παράλληλα να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, ενώ χρειάζεται πολλές από τις ίδιες κρίσιμες πρώτες ύλες για την παραγωγή σύγχρονων οπλικών συστημάτων.

Ενέργεια και άμυνα: δύο παράλληλες προκλήσεις

Το ενεργειακό κόστος δεν είναι, ωστόσο, το μοναδικό πρόβλημα.

Η Ευρώπη καλείται να επαναφέρει στο προσκήνιο την αμυντική της ισχύ, ύστερα από δεκαετίες κατά τις οποίες αρκετές χώρες περιόρισαν στρατιωτικές δυνατότητες, αποθέματα και υποδομές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ολλανδία, η οποία το 2011 προχώρησε στην κατάργηση της δυνατότητας αρμάτων μάχης που διέθετε, σε μια εποχή κατά την οποία η επιστροφή μεγάλης κλίμακας χερσαίων συγκρούσεων θεωρούνταν εξαιρετικά απίθανη.

Σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και όταν υπήρχαν σύγχρονα οπλικά συστήματα στα χαρτιά, η πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα δεν ήταν αντίστοιχη. Ελλείψεις σε προσωπικό, ανταλλακτικά, πυρομαχικά και συντήρηση περιόριζαν την πραγματική διαθεσιμότητα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, ήταν ίσως κοινωνικό.

Μια Ευρώπη που είχε πείσει τον εαυτό της ότι «ο πόλεμος δεν μας αφορά» βρέθηκε απροετοίμαστη μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ευρωπαϊκή αφύπνιση

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσε το σημείο στο οποίο πολλές από αυτές τις αυταπάτες άρχισαν να καταρρέουν.

Η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας στην ίδια της τη γειτονιά, ενώ ταυτόχρονα αναγκάστηκε να επανεξετάσει τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεών της, τα αποθέματα πυρομαχικών και την ανθεκτικότητα της αμυντικής της βιομηχανίας.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία και η αυστηρότερη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την πίεση.

Η Γηραιά Ήπειρος βρέθηκε έτσι αντιμέτωπη με τις συνέπειες επιλογών που είχαν γίνει επί δεκαετίες, είτε σε συλλογικό επίπεδο είτε ξεχωριστά από τα κράτη-μέλη.

Η «πράσινη» δεκαετία και το κόστος της μετάβασης

Την ίδια περίοδο, τεράστια ποσά διοχετεύθηκαν στην ενεργειακή μετάβαση. Οι ΑΠΕ βρέθηκαν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν οι ανάγκες για δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και νέες τεχνολογίες.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η ίδια η ανάπτυξη των ΑΠΕ, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται ένα ενεργειακό σύστημα που πρέπει να εξασφαλίζει σταθερή ηλεκτροδότηση ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες.

Η ανάγκη παράλληλης λειτουργίας διαφορετικών τεχνολογιών παραγωγής δημιουργεί πρόσθετο κόστος, το οποίο τελικά μεταφέρεται στην οικονομία και στους καταναλωτές.

Την ίδια στιγμή, η εξάρτηση από διεθνείς αλυσίδες παραγωγής παραμένει ένα σημαντικό γεωπολιτικό ζήτημα.

Το 2025 και η επιστροφή της σκληρής ισχύος

Η νέα πραγματικότητα δεν αφορά μόνο την ενέργεια. Αφορά και την άμυνα.

Η Ευρώπη καλείται πλέον να χρηματοδοτήσει ένα νέο κύμα εξοπλισμών, επενδύοντας σε μη επανδρωμένα συστήματα, πυραυλική τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη, δορυφορική επιτήρηση, κυβερνοάμυνα και συστήματα αντιμετώπισης επιθέσεων από σμήνη drones.

Η τεχνολογική εξέλιξη αλλάζει ριζικά τη φύση των σύγχρονων συγκρούσεων. Τα φθηνά και μαζικά μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να δημιουργήσουν δυσανάλογη πίεση σε πολύ ακριβότερα οπλικά συστήματα.

Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή πρόκληση: πρέπει ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει την ενεργειακή μετάβαση και να καλύψει το κενό δεκαετιών στην άμυνα.

Η «ανελαστικότητα» της ενεργειακής πολιτικής συναντά πλέον την αντίστοιχη πίεση των αμυντικών αναγκών.

Το ανησυχητικό συμπέρασμα

Οι συνέπειες για την παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφάλειας παραμένουν δύσκολα προβλέψιμες. Η προοπτική μιας ευρύτερης αποκλιμάκωσης στα πολεμικά μέτωπα εξακολουθεί να μοιάζει δύσκολη, την ώρα που διαμορφώνεται ένα πολυπολικό και ιδιαίτερα ασταθές περιβάλλον.

Η εποχή των μη επανδρωμένων χερσαίων, ναυτικών και εναέριων συστημάτων αποδεικνύει ότι η τεχνολογική ασυμμετρία μπορεί να επιτρέψει σε έναν ασθενέστερο αντίπαλο να προκαλέσει σημαντικό κόστος σε μια πολύ ισχυρότερη δύναμη.

Αυτό δημιουργεί ένα νέο και περισσότερο απρόβλεπτο πλαίσιο για τη στρατηγική ισορροπία. Ακόμη και η πυρηνική αποτροπή, που για δεκαετίες αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της διεθνούς ασφάλειας, καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι συγκρούσεις γίνονται πιο σύνθετες και οι τεχνολογικές δυνατότητες πιο ασύμμετρες.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο οι ίδιες οι κρίσεις. Είναι οι συνέπειες που αφήνουν πίσω τους.

Κάθε νέα κρίση μπορεί να βρίσκει το διεθνές σύστημα λίγο πιο ευάλωτο, λίγο πιο εξαντλημένο και λιγότερο ικανό να απορροφήσει το επόμενο σοκ.

Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση: προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενεργειακή μετάβαση, την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την αμυντική ανασυγκρότηση και τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η εποχή κατά την οποία η ασφάλεια και η ευημερία θεωρούνταν περίπου δεδομένες φαίνεται να έχει περάσει. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσει η προσαρμογή της Ευρώπης στη νέα εποχή, αλλά αν θα καταφέρει να προσαρμοστεί έγκαιρα.

Γιάννης Μπασιάς