ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ Ο ΤΡΑΜΠ – Η ΚΙΝΑ «ΕΚΛΕΨΕ» ΑΡΧΕΙΑ 220 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΩΝ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η πεμπτουσία κάθε σύγχρονης δημοκρατίας εδράζεται στην αδιαπραγμάτευτη αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας. Όταν το αδιάβλητο της κάλπης τίθεται υπό αμφισβήτηση, το ίδιο το οικοδόμημα της λαϊκής κυριαρχίας κλυδωνίζεται, αφήνοντας τους πολίτες μετέωρους σε ένα καθεστώς πολιτικής ψευδαίσθησης. Υπό αυτό το πρίσμα, το έκτακτο, νυχτερινό διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ προς τον αμερικανικό λαό δεν συνιστά απλώς μια ακόμη πολιτική παρέμβαση, αλλά μια πρωτοφανή θεσμική θρυαλλίδα. Αναδιαμορφώνει τον χάρτη της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, φέρνοντας στην επιφάνεια αποκαλύψεις για το παρασκήνιο της εξουσίας που σοκάρουν και τον πιο δύσπιστο αναλυτή.

Με έναν καταιγιστικό και χειμαρρώδη λόγο, ο Αμερικανός Πρόεδρος άνοιξε ξανά τον φάκελο των εκλογών του 2020, παρουσιάζοντας εκρηκτικά στοιχεία από προσφάτως αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των υπηρεσιών ασφαλείας. Το αφήγημα που ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων τηλεθεατών ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας απλής εκλογικής αναμέτρησης με τον Τζο Μπάιντεν. Επρόκειτο για την πλήρη απογύμνωση ενός εκλογικού συστήματος το οποίο περιγράφηκε ως τρομακτικά ευάλωτο, απολύτως διάτρητο και έρμαιο σε εχθρικές επιβουλές. Η καρδιά του αμερικανικού κράτους, σύμφωνα με τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, δέχτηκε μια σιωπηρή, ψηφιακή εισβολή, ο Τραμπ κατονομάζει ευθέως το Πεκίνο ως τον μεγάλο ενορχηστρωτή αυτής της πρωτοφανούς παραβίασης.

Οι αριθμοί που επικαλέστηκε ο Πρόεδρος εγείρουν κολοσσιαία ερωτήματα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τις επίσημες καταγγελίες του, η Κίνα απέκτησε πρόσβαση στα αρχεία 220 εκατομμυρίων ψηφοφόρων, ένας αριθμός που πρακτικά αντιστοιχεί στο σύνολο του ενεργού αμερικανικού εκλογικού σώματος. Υποκλοπή και εργαλειοποίηση δεδομένων, καθώς στα χέρια ξένων, ανταγωνιστικών δυνάμεων κατέληξαν ονόματα, διευθύνσεις, αριθμοί τηλεφώνων και ευαίσθητες πολιτικές προτιμήσεις. Μια ειδική κινεζική μονάδα εκμετάλλευσης δεδομένων, όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε ο Τραμπ, ανέλαβε τη διαχείριση αυτού του τεράστιου όγκου πληροφοριών, με απώτερο σκοπό όχι απλώς την παρακολούθηση, αλλά την ενεργή χειραγώγηση του αποτελέσματος. Η βούληση της κινεζικής ηγεσίας ήταν, όπως καταγγέλλεται, απολύτως ξεκάθαρη, καθώς επιθυμούσε διακαώς την απομάκρυνση του ιδίου από τον Λευκό Οίκο, φτάνοντας στο ακραίο σημείο να χρηματοδοτεί πρόθυμους δημοσιογράφους για την παραγωγή στοχευμένης, αρνητικής προπαγάνδας.

Εξίσου συγκλονιστική με την εξωτερική απειλή είναι όμως η αποκάλυψη για την εσωτερική, συστημική συγκάλυψη. Μια διάσταση που ξυπνά τους χειρότερους φόβους των πολιτών περί ύπαρξης ενός ανεξέλεγκτου, σκιώδους «βαθέος κράτους». Ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε ευθεία, μετωπική επίθεση στο FBI και σε υψηλόβαθμα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών, κατηγορώντας τους ευθέως για θεσμική προδοσία. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι επικεφαλής αυτών των υπηρεσιών γνώριζαν την έκταση της κινεζικής διείσδυσης και τα τεράστια ψηφιακά κενά των ηλεκτρονικών μηχανημάτων ήδη από το 2020. Παρόλα αυτά, επέλεξαν συνειδητά να αποκρύψουν την αλήθεια, όχι μόνο από τον κυρίαρχο αμερικανικό λαό, αλλά και από τον ίδιο τον εν ενεργεία Πρόεδρο.

Η υπόθεση της πολιτείας του Μίσιγκαν αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια του διαγγέλματος ως το παράδειγμα αυτής της θεσμικής σήψης. Εκεί, όπως καταγγέλθηκε επίσημα, χιλιάδες ψηφοφόροι των Δημοκρατικών ενεγράφησαν σκόπιμα με πλαστά στοιχεία για να ψηφίσουν πολλαπλές φορές και να αλλοιώσουν το τοπικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για ένα σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων το οποίο, όλως περιέργως, θάφτηκε βαθιά στα συρτάρια των ομοσπονδιακών αρχών χωρίς ποτέ να υπάρξει η παραμικρή εξονυχιστική έρευνα ή η άσκηση ποινικών διώξεων κατά των υπαιτίων.

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό και εξόχως πολωμένο τοπίο, η απάντηση των παραδοσιακών, συστημικών μέσων ενημέρωσης δεν άργησε να έρθει, σε μια εμφανή προσπάθεια να απορροφηθούν οι κραδασμοί. Κεντρικά δίκτυα, όπως το CNN, αναλύοντας τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, αναγκάστηκαν μεν να παραδεχτούν την ύπαρξη των σοβαρών ευπαθειών στο ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφορίας, αλλά επιχείρησαν αμέσως να τις υποβαθμίσουν. Το αφήγημα που προβάλλουν είναι πως πρόκειται για «γνωστά προβλήματα ετών» τα οποία οι αρμόδιες αρχές πασχίζουν ήδη να επιλύσουν, προσανατολίζοντας τεχνηέντως τη δημόσια συζήτηση αποκλειστικά στις μελλοντικές απειλές των ενδιάμεσων εκλογών και σβήνοντας τις σκιές του 2020. Την ίδια ακριβώς στιγμή, η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, ακολουθώντας την πεπατημένη της διεθνούς διπλωματίας, έσπευσε να εκδώσει επίσημη ανακοίνωση διάψευσης πριν καν ολοκληρωθεί η ομιλία. Το Πεκίνο αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε ανάμειξη, οχυρωμένο πίσω από τη διαχρονική ρητορική του περί αυστηρής μη παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις κυρίαρχων κρατών.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, όμως, ο χρόνος των διπλωματικών ελιγμών και των σιωπηρών συμβιβασμών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Με μια δραματική και άκρως πατριωτική έκκληση στο τέλος του διαγγέλματός του, κάλεσε τους Αμερικανούς πολίτες να πάρουν την κατάσταση και το μέλλον της χώρας στα χέρια τους. Απαίτησε από τον λαό να ασκήσει ασφυκτική, τηλεφωνική και πολιτική πίεση στους αντιπροσώπους του στη Βουλή και τη Γερουσία για την άμεση και χωρίς καμία καθυστέρηση υπερψήφιση του νόμου «SAVE America». Ενός νομοσχεδίου που αποτελεί την ύστατη ασπίδα προστασίας της εκλογικής διαδικασίας, βάζοντας οριστικό τέλος στην ανεξέλεγκτη επιστολική ψήφο, στην αθρόα συμμετοχή ατόμων που δεν διαθέτουν αμερικανική υπηκοότητα και στις ψηφιακές κερκόπορτες των συστημάτων καταμέτρησης. Το δίλημμα που τίθεται πλέον ενώπιον της αμερικανικής κοινωνίας είναι σκληρό και αμείλικτο. Οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν ιστορικά ανάμεσα στην παθητική αποδοχή ενός κατευθυνόμενου, διάτρητου συστήματος και στον ανυποχώρητο αγώνα για την ανάκτηση της πραγματικής και αδιαμεσολάβητης λαϊκής κυριαρχίας.