ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΣΤΟΝ ΘΕΡΜΑΪΚΟ – «ΜΑΧΗ» ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ LNG ΠΟΥ ΔΙΧΑΖΕΙ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Έντονες αντιδράσεις προκαλεί ο σχεδιασμός για την κατασκευή τερματικού σταθμού LNG (FSRU) στον Θερμαϊκό Κόλπο, με περιβαλλοντικές οργανώσεις και φορείς να εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για τις πιθανές επιπτώσεις στο θαλάσσιο οικοσύστημα και την περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Παρά το γεγονός ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας απέρριψε τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για αντίστοιχο έργο στον Παγασητικό μετά τις αντιδράσεις που είχαν προκληθεί, ο σχεδιασμός για τη δημιουργία αντίστοιχης εγκατάστασης στη Θεσσαλονίκη συνεχίζεται.

Το προτεινόμενο ΑΣΦΑ Θεσσαλονίκης προβλέπεται να εγκατασταθεί σχεδόν στο κέντρο του Όρμου Θεσσαλονίκης, σε απόσταση περίπου 3,1 έως 4,4 χιλιομέτρων από τις ακτές της πόλης και των γύρω περιοχών. Η εγκατάσταση σχεδιάζεται να καταλαμβάνει έκταση περίπου 80 στρεμμάτων, με προβλεπόμενη διάρκεια λειτουργίας 50 ετών, ενώ στόχος είναι να τεθεί σε εμπορική λειτουργία το 2029.

Μελέτη Greenpeace: Οι τέσσερις βασικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις

Το ελληνικό γραφείο της Greenpeace ανέθεσε στον ομότιμο καθηγητή Παράκτιας Τεχνικής και Ωκεανογραφίας του ΑΠΘ, Γιάννη Κρεστενίτη, μελέτη για τις πιθανές επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία του σταθμού LNG στον Θερμαϊκό.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, ο Θερμαϊκός Κόλπος, μία από τις σημαντικότερες αλιευτικές περιοχές της βορειοανατολικής Μεσογείου, θα μπορούσε να επηρεαστεί σημαντικά από τη λειτουργία της εγκατάστασης.

Οι βασικές επιπτώσεις που αναφέρονται είναι:

Χημική ρύπανση και απώλεια οργανισμών

Κατά τη διαδικασία επαναεριοποίησης του υγροποιημένου φυσικού αερίου, μεγάλες ποσότητες θαλασσινού νερού χρησιμοποιούνται για την ψύξη των εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με τη μελέτη, το νερό που επιστρέφει στη θάλασσα μπορεί να περιέχει οργανισμούς που έχουν παρασυρθεί από τις εισροές, καθώς και χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να επηρεάσει τη θαλάσσια ζωή και περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας, όπως υγροτόπους και προστατευόμενες ζώνες Natura 2000.

Μείωση της βιοποικιλότητας και των αλιευμάτων

Η άντληση μεγάλων ποσοτήτων θαλασσινού νερού ενδέχεται να προκαλέσει απώλειες σε πλαγκτόν, αυγά ψαριών, προνύμφες, οστρακόδερμα και άλλους μικρούς θαλάσσιους οργανισμούς.

Οι φορείς που αντιδρούν στο έργο εκτιμούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα και να έχει συνέπειες στην αλιευτική παραγωγή του Θερμαϊκού.

Θερμική ρύπανση από την απόρριψη νερού

Ένα ακόμη ζήτημα που τίθεται αφορά τη θερμοκρασία του νερού που επιστρέφει στη θάλασσα μετά τη χρήση του στις εγκαταστάσεις. Η αλλαγή της θερμοκρασίας, σύμφωνα με τη μελέτη, μπορεί να επηρεάσει ορισμένα θαλάσσια είδη και τις ισορροπίες του οικοσυστήματος.

Παράλληλα, αναφέρεται ότι οι ποσότητες νερού που απαιτούνται για τη λειτουργία του σταθμού είναι ιδιαίτερα μεγάλες και αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό της κατανάλωσης νερού ολόκληρου του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.

Αύξηση θορύβου από τη λειτουργία και την κίνηση πλοίων

Η συνεχής λειτουργία μηχανημάτων, αντλιών και εξοπλισμού, καθώς και η αυξημένη παρουσία πλοίων μεταφοράς LNG, αποτελούν σύμφωνα με τους επικριτές του έργου παράγοντες που θα αυξήσουν την ακουστική επιβάρυνση στην περιοχή.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις πιθανές επιπτώσεις σε θαλάσσια θηλαστικά, όπως δελφίνια και φώκιες.

Η απάντηση των υποστηρικτών του έργου

Οι υποστηρικτές της επένδυσης υποστηρίζουν ότι ο σταθμός LNG αποτελεί μέρος του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας και μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού και τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ωστόσο, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν επανεξέταση του σχεδιασμού και καλούν δήμους, φορείς και κατοίκους της Θεσσαλονίκης να αντιδράσουν, επικαλούμενες τις πιθανές συνέπειες για το θαλάσσιο περιβάλλον και την ποιότητα ζωής στην περιοχή.