«Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΜΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ»: ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ο Γέροντας Παΐσιος, παρότι σε όλη τη διάρκεια της ασθένειάς του ακολουθούσε με ταπείνωση τις οδηγίες των γιατρών, κάποια στιγμή κατάλαβε πως είχε φτάσει η ώρα να σταματήσει η θεραπεία. Κάλεσε τον γιατρό του και του είπε:

«Εδώ θα σταματήσουμε. Τώρα θα κάνεις εσύ υπακοή σε μένα και θα δώσεις την εντολή να ολοκληρωθεί η θεραπεία. Πλέον δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Χθες προσπάθησα να προσευχηθώ γονατιστός και δεν τα κατάφερα. Δεν μπορώ να δεχθώ άλλους ανθρώπους. Η αποστολή μου τελείωσε. Εδώ θα με αφήσετε».

Στη συνέχεια ρώτησε αν μπορούσε να πίνει λίγο νερό ή χυμό από καρπούζι και ζήτησε από τον γιατρό να τον επισκεφθεί ακόμη μία φορά, καθώς δεν επιθυμούσε άλλες επισκέψεις.

Ο γιατρός του, Γεώργιος Μπλάτζας, περιγράφοντας την τελευταία τους συνάντηση λίγες ημέρες πριν από την κοίμησή του, ανέφερε πως ο Γέροντας κατάλαβε τη στενοχώρια του και τον παρηγόρησε:

«Γιώργο, όλα έγιναν όπως έπρεπε. Άξιος ο μισθός σου. Μη στενοχωριέσαι. Όποτε με χρειαστείς, θα είμαι κοντά σου».

Όταν ο γιατρός αναφέρθηκε στους έντονους πόνους από την ασθένεια και τις μεταστάσεις, ο Γέροντας χαμογέλασε και απάντησε πως αυτό ήταν κάτι για το οποίο δεν έπρεπε να λυπάται. Θεωρούσε την ασθένεια ως κάτι που τον συνόδευσε στη ζωή του και τώρα τον οδηγούσε στον προορισμό του.

Παράλληλα αντιμετώπιζε σοβαρή δύσπνοια και χρησιμοποιούσε οξυγόνο όταν η κατάσταση γινόταν δύσκολη. Οι πόνοι αυξάνονταν, όμως δεν ήθελε ισχυρά παυσίπονα, καθώς δεν επιθυμούσε να στερηθεί πλήρως τον πόνο που θεωρούσε μέρος της πνευματικής του πορείας. Έπαιρνε μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο ώστε να μπορεί να αυτοεξυπηρετείται μέχρι το τέλος.

Μεγάλη του επιθυμία ήταν να επιστρέψει στο Άγιον Όρος, ώστε να περάσει τις τελευταίες του ημέρες και να ταφεί εκεί, στο μοναχικό περιβάλλον που θεωρούσε πνευματική του πατρίδα. Είχε μάλιστα ζητήσει να προετοιμαστεί ένας χώρος για να μείνει, καθώς στην «Παναγούδα» δεν μπορούσε πλέον να ζήσει μόνος.

Παρότι έγιναν προσπάθειες για την επιστροφή του, η επιδείνωση της υγείας του δεν το επέτρεψε. Ακόμη και η πρόταση για μεταφορά με ελικόπτερο απορρίφθηκε, καθώς υπήρχε κίνδυνος να μην αντέξει τη διαδρομή. Τελικά παρέμεινε στον κόσμο και αποφάσισε να ταφεί στη Μονή Σουρωτής, κοντά στον Άγιο Αρσένιο.

Λίγο πριν από το τέλος του, φρόντισε για όλες τις λεπτομέρειες της αναχώρησής του. Ζήτησε να του φέρουν το Μεγάλο Σχήμα και το μοναχικό του ένδυμα, καθόρισε τον τόπο του τάφου του και έδωσε οδηγίες για την κηδεία του.

Ζήτησε επίσης από επισκόπους που τον επισκέφθηκαν να διαβάσουν συγχωρητικές ευχές και την ευχή για την ώρα του θανάτου. Παρέμενε τακτικός στη Θεία Κοινωνία και, όσο μπορούσε, πήγαινε ο ίδιος στην Εκκλησία. Όταν του πρότειναν να έρχεται ιερέας στο κελί του, απάντησε χαρακτηριστικά:

«Εγώ πρέπει να πάω στον Χριστό, όχι να έρθει ο Χριστός σε μένα».

Οι πόνοι έγιναν ιδιαίτερα έντονοι, όμως ο Γέροντας παρέμενε ήρεμος και ειρηνικός. Όπως έλεγε, οι ασθένειες τον είχαν ωφελήσει περισσότερο από την άσκηση πολλών χρόνων ως μοναχού. Συχνά έψαλλε ύμνους, ώστε να αντιμετωπίζει τον πόνο με προσευχή και όχι με παράπονο.

Τις τελευταίες ημέρες απομονώθηκε περισσότερο, θέλοντας να αφιερωθεί στην προσευχή και στην προετοιμασία της ψυχής του. Παρότι ταλαιπωρούνταν πολύ, συνέχιζε να εξυπηρετείται μόνος του και διατηρούσε τη χαρά και την ειρήνη του.

Στις 11 Ιουλίου 1994 κοινώνησε για τελευταία φορά, γονατιστός στο κρεβάτι του. Η τελευταία του νύχτα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Μέσα στους πόνους του επικαλούνταν την Παναγία λέγοντας «Γλυκειά μου Παναγία». Παρέμενε όμως σε πνευματική εγρήγορση και προσευχόταν συνεχώς.

Για ένα μικρό διάστημα έχασε τις αισθήσεις του και, όταν συνήλθε, ψιθύρισε: «Μαρτύριο, πραγματικό μαρτύριο». Λίγο αργότερα παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του, στις 12 Ιουλίου 1994, σε ηλικία 69 ετών.

Η κηδεία του έγινε όπως ο ίδιος είχε επιθυμήσει: απλά και αθόρυβα, χωρίς επίσημες προσκλήσεις. Τάφηκε πίσω από τον ναό του Οσίου Αρσενίου στη Σουρωτή.

Όταν έγινε γνωστή η κοίμησή του, πλήθος ανθρώπων έσπευσε να προσκυνήσει τον τάφο του. Πολλοί μίλησαν για τη μεγάλη ευλογία που ένιωθαν, ενώ αρκετοί κράτησαν χώμα ή προσωπικά αντικείμενα ως ενθύμιο.

Ακόμη και το κελί του στο Άγιον Όρος, η «Παναγούδα», δέχθηκε μεγάλο αριθμό προσκυνητών που αναζητούσαν κάτι που να τους θυμίζει τον Γέροντα. Η θλίψη για την απώλειά του ήταν μεγάλη, ιδιαίτερα σε όσους είχαν βοηθηθεί από εκείνον, όμως συνοδευόταν από την πίστη πως πλέον βρίσκεται κοντά στον Θεό και προσεύχεται για όλους.

Πηγή: Βιβλίο Ιερομονάχου Ισαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Στ’ έκδοσις, Άγιον Όρος 2008