Εξοπλιστικό κρεσέντο από τη Βρετανία: 190 εκατ. λίρες για πυραύλους PrSM βεληνεκούς 500 χιλιομέτρων

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Σε μια σημαντική κίνηση για την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος προχωρά η Βρετανία, ανακοινώνοντας τη διάθεση 190 εκατομμυρίων λιρών (254,22 εκατ. δολαρίων) για την ένταξη του συστήματος Precision Strike Missile (PrSM) στο οπλοστάσιο του Στρατού Ξηράς. Η επένδυση αυτή εξοπλίζει το Λονδίνο με υπερηχητικούς βαλλιστικούς πυραύλους νέας γενιάς, ικανούς να πλήξουν στόχους σε αποστάσεις έως και 500 χιλιομέτρων, με τις πρώτες παραδόσεις να δρομολογούνται για το 2027.

Η ανακοίνωση συμπίπτει χρονικά με τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου ο απερχόμενος Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα ως διαπιστευτήριο. Στόχος του είναι να πείσει τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τους υπόλοιπους συμμάχους ότι οι αμυντικές δαπάνες του Ηνωμένου Βασιλείου κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, ενισχύοντας έμπρακτα τη συμμαχία.

Διεθνείς συνεργασίες και η πίεση για το 3,5% του ΑΕΠ

Το πρόγραμμα PrSM αποτελεί προϊόν στενής στρατιωτικής συνεργασίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία, με την κατασκευάστρια εταιρεία Lockheed Martin να ηγείται της παραγωγής. Το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής συμμετοχής της χώρας στην περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη του βλήματος, ενώ παράλληλα διατηρεί τη δέσμευσή της σε ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες, όπως τα προγράμματα Deep Precision Strike και European Long Range Strike Approach.

Ωστόσο, η χρηματοδότηση της συγκεκριμένης αγοράς έρχεται στο επίκεντρο έντονης εσωτερικής και διεθνούς κριτικής:

  • Το Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων της Βρετανίας κατηγορείται ότι στερείται σαφούς στρατηγικής για την επίτευξη των νέων στόχων.

  • Η χώρα δέχεται πιέσεις να αυξήσει τις βασικές αμυντικές της δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ, έναν φιλόδοξο στόχο που έθεσε το ΝΑΤΟ πέρυσι.

  • Η αύξηση αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια της σκληρής στάσης του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απαιτεί επίμονα από τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη να αναλάβουν μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για την ασφάλειά τους.