ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΒΛΙ ΣΤΗ «ΜΑΧΗ» ΤΗΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ – ΤΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Εκεί που μέχρι χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης πόζαρε χαλαρά πίσω από το τιμόνι ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου στο Ράλλυ Ακρόπολις και απολάμβανε ήρεμες, χαλαρωτικές στιγμές με τάβλι στη Νέα Σμύρνη, ξαφνικά το Μέγαρο Μαξίμου ανακάλυψε εκ νέου, σαν από θαύμα, το μεγαλύτερο, πιο επίμονο και πιο επώδυνο πρόβλημα που μαστίζει καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά: την ακρίβεια που στραγγαλίζει την τσέπη του μέσου πολίτη, αδειάζει τα καλάθια των σούπερ μάρκετ και μετατρέπει τον μισθό σε άχρηστο χαρτί πολύ πριν τελειώσει ο μήνας.

Με μια έκτακτη σύσκεψη στο Μαξίμου, παρουσία εκπροσώπων των σούπερ μάρκετ, του ΣΕΒ και της βιομηχανίας τροφίμων, η κυβέρνηση προσπαθεί να στείλει το μήνυμα ότι δήθεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ότι δήθεν νοιάζεται βαθιά για τον πολίτη και ότι δήθεν θα συγκρατήσει τις τιμές που καλπάζουν εδώ και χρόνια, σαν να μην υπήρχαν προηγουμένως καμία ένδειξη, καμία προειδοποίηση και καμία κραυγή αγωνίας από την ίδια την κοινωνία που βλέπει την καθημερινότητά της να διαλύεται.

Πόσο ακόμα πιστεύουν ότι μπορούν να κοροϊδεύουν ασύστολα τον ελληνικό λαό χωρίς συνέπειες;

Η ακρίβεια δεν εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα σε μία νύχτα σαν κάποιο ανεξήγητο και απρόβλεπτο φυσικό φαινόμενο· αντίθετα, αποτελεί χρόνια, συστηματική και βαθιά ριζωμένη πραγματικότητα που μαστίζει τα νοικοκυριά, εξαντλεί τους προϋπολογισμούς και δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα οικονομικής απόγνωσης και κοινωνικής αγανάκτησης που πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε για μία στιγμή.

Όλο αυτό το διάστημα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαβεβαίωνε με απόλυτη σιγουριά και αλαζονεία ότι η αγορά αυτορυθμίζεται μόνη της, ότι τα μέτρα που ελήφθησαν αποδίδουν καρπούς και ότι η κατάσταση είναι πλήρως υπό έλεγχο, ενώ στην πραγματικότητα οι πολίτες έβλεπαν τις τιμές να ανεβαίνουν ασταμάτητα σε βασικά είδη διατροφής, καύσιμα και υπηρεσίες, δημιουργώντας συνθήκες όπου ακόμα και τα πιο απλά ψώνια γίνονται πολυτέλεια για χιλιάδες οικογένειες.

Η χρονική συγκυρία αυτής της ξαφνικής «ευαισθητοποίησης» είναι όχι απλώς ύποπτη, αλλά και αποκαλυπτική για τα πραγματικά κίνητρα που κρύβονται πίσω από την επικοινωνιακή αυτή κίνηση: καθώς η πολιτική συζήτηση αρχίζει να στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τις εκλογές του 2027, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να αλλάξει την ατζέντα, να σβήσει τις εικόνες χαλάρωσης και πολυτελών εμφανίσεων των προηγούμενων ημερών και να παρουσιάσει τον πρωθυπουργό ως τον «προστάτη» του καταναλωτή που δήθεν παλεύει νύχτα μέρα για τον απλό πολίτη.

Όμως οι πολίτες δεν κρίνουν πια από φωτογραφίες, από συσκέψεις με συμβολικό χαρακτήρα ούτε από εντυπωσιακές δηλώσεις που μοιάζουν περισσότερο με προεκλογικά πυροτεχνήματα παρά με ουσιαστικές παρεμβάσεις, κρίνουν από τον λογαριασμό στο ταμείο, από το πόσο ακριβά είναι τα βασικά προϊόντα που γεμίζουν το ψυγείο τους και από το αν τελικά ο μισθός τους φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες μιας οικογένειας σε μια χώρα όπου ο πληθωρισμός τροφίμων παραμένει συχνά υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρότι έχουν περάσει χρόνια από την αρχική έκρηξη των τιμών.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι στόχος είναι να επιτευχθούν μειώσεις σε βασικά προϊόντα και να ανακουφιστούν τα νοικοκυριά, πράγμα που αν πραγματοποιηθεί θα ήταν πράγματι θετική εξέλιξη για όλους. Το ερώτημα όμως που παραμένει αναπάντητο και καίει περισσότερο από ποτέ είναι το εξής: γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, με τόση καθυστέρηση και τόση προφανή προεκλογική σκοπιμότητα, για να ξεκινήσει αυτή η «έκτακτη» κινητοποίηση; Γιατί δεν έγινε νωρίτερα, όταν οι πολίτες φώναζαν εδώ και χρόνια;

Γιατί περιμένουν την τελευταία στιγμή, όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ακρίβεια είναι το νούμερο ένα πρόβλημα για δεκάδες ποσοστιαίες μονάδες των Ελλήνων, για να συγκαλέσουν συσκέψεις και να υποσχεθούν «συμφωνίες κυρίων» με τους ίδιους παράγοντες της αγοράς ;

Η ουσία θα κριθεί, όπως πάντα, όχι από τις φωτογραφίες και τις ανακοινώσεις, αλλά από τις τιμές που θα δουν οι πολίτες στα ράφια τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Εκεί δεν χωρούν άλλα επικοινωνιακά τεχνάσματα, ούτε εντυπωσιακές δημόσιες εμφανίσεις, ούτε η συνήθης τακτική της μετατόπισης ευθυνών σε εξωγενείς παράγοντες. Οι καταναλωτές περιμένουν απτά, μετρήσιμα αποτελέσματα και όχι άλλη μία παράσταση διαχείρισης εντυπώσεων.