Ανατροπή στη Μέση Ανατολή: Το παρασκήνιο της πρότασης Τραμπ στον Τζολάνι για επίθεση κατά της Χεζμπολάχ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Στο φως της δημοσιότητας έρχεται ένα άκρως απόρρητο διπλωματικό θρίλερ, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε στον αυτοανακηρυγμένο ηγέτη της Συρίας, τον ισλαμιστή Αχμάντ αλ-Σάρα (γνωστό ως Τζολάνι), την παροχή εξελιγμένου στρατιωτικού υλικού με αντάλλαγμα την άμεση επέμβαση των συριακών δυνάμεων στον Λίβανο για την εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ. Εμπνευστής του ρηξικέλευθου αυτού σχεδίου φέρεται να είναι ο ειδικός απεσταλμένος και σύμβουλος, Τομ Μπάρακ, ο οποίος επεξεργαζόταν επί μήνες τη συγκεκριμένη στρατηγική με σκοπό να καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στον ιρανικό άξονα της περιοχής.

Η Ουάσινγκτον επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τη νέα ηγεσία της Συρίας ως «ανάχωμα» και ως μια πιο στοχευμένη δύναμη κρούσης κατά της Χεζμπολάχ, με τον Τραμπ να θεωρεί ότι οι δυνάμεις του Τζολάνι θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας την αποστολή αποτελεσματικότερα. Ωστόσο, οι μυστικές διαβουλεύσεις οδηγήθηκαν σε οριστικό ναυάγιο, καθώς ο Σύρος ηγέτης έθεσε έναν ανυποχώρητο όρο που αφορούσε τις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας του.

Το «μπλόκο» από το Ισραήλ και το ζήτημα των Δρούζων

Ο αξεπέραστος σκόπελος στις διαπραγματεύσεις αποδείχθηκε η απαίτηση του Τζολάνι να σταματήσει αμέσως η ισραηλινή υποστήριξη προς την κοινότητα των Δρούζων στην περιοχή της Σουεΐδα, στη νότια Συρία. Η συγκεκριμένη μειονότητα διατηρεί παραδοσιακά στενούς δεσμούς ασφαλείας με το Τελ Αβίβ, το οποίο τη στηρίζει προκειμένου να διατηρεί ένα σταθερό αντίβαρο απέναντι στην επιρροή της Τεχεράνης στα σύνορά του.

Η στάση των εμπλεκόμενων πλευρών διαμορφώθηκε ως εξής:

  • Το Ισραήλ απέρριψε κατηγορηματικά τον όρο του Τζολάνι, ξεκαθαρίζοντας ότι η προστασία των Δρούζων αποτελεί αδιαπραγμάτευτο στρατηγικό του συμφέρον στη νότια Συρία.

  • Η άρνηση του Τελ Αβίβ προκάλεσε την άμεση κατάρρευση των συνομιλιών, αφήνοντας την πρόταση του Λευκού Οίκου χωρίς αντίκρισμα.

  • Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό πλήγμα για τον Τομ Μπάρακ, ο οποίος είχε επενδύσει προσωπικά στην αρχιτεκτονική αυτής της συμμαχίας, αναγκάζοντας πλέον την Ουάσινγκτον να αναζητήσει νέες εναλλακτικές μεθόδους για τον περιορισμό της Χεζμπολάχ.