Διπλωματικό θρίλερ: Η Κάγια Κάλας απαντά στο «εμπάργκο» του Ισραηλινού ΥΠΕΞ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Σε μια προσπάθεια να εκτονώσει την κρίση στις σχέσεις των δύο πλευρών, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, απάντησε στον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκίντεον Σάαρ, υποστηρίζοντας ότι «παρεξήγησε» τις δηλώσεις της. Η τοποθέτηση αυτή ήρθε ως απάντηση στις κατηγορίες του Σάαρ περί «εμμονής» και «κατάφωρης αδικίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στο Ισραήλ, οι οποίες τον οδήγησαν στην απόφαση να διακόψει κάθε επαφή μαζί της.

Μέσω ανάρτησής της στην πλατφόρμα Χ, η Κάλας απευθύνθηκε στον Ισραηλινό ομόλογό της τονίζοντας τους ισχυρούς δεσμούς που συνδέουν την ΕΕ με το Ισραήλ. Υπογράμμισε τη διάθεσή της για τη συνέχιση ενός εποικοδομητικού διαλόγου με αμοιβαίο σεβασμό, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη διατήρηση μιας παραγωγικής διμερούς σχέσης.

Η θέση για τη λύση δύο κρατών και το ενδεχόμενο κυρώσεων

Παρά τον εντοτικό τόνο, η Κάλας δεν έκανε πίσω στις βασικές αρχές της ευρωπαϊκής πολιτικής για το Μεσανατολικό. Επανέλαβε ότι η λύση των δύο κρατών αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη επιλογή για την ειρήνη στην περιοχή και υπενθύμισε την πάγια θέση των Βρυξελλών.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική περιλαμβάνει τα εξής σημεία:

  • Καταδίκη των οικισμών: Η ΕΕ θεωρεί παράνομους τους ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη, καθώς υπονομεύουν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.

  • Εμπορικοί περιορισμοί: Η Κάλας επιβεβαίωσε ότι θα ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επιβολή κυρώσεων στις εξαγωγές προϊόντων που προέρχονται από τους συγκεκριμένους οικισμούς, μια πρόταση που στηρίζεται από πολλά κράτη-μέλη.

  • Στοχασμοί για τον Μπεν Γκβιρ: Στο τραπέζι έχει πέσει και η επιβολή προσωπικών κυρώσεων κατά του ακροδεξιού υπουργού Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ. Ωστόσο, για μια τέτοια απόφαση απαιτείται ομοφωνία, η οποία προς το παρόν δεν υφίσταται στο μπλοκ.

Η σοβαρή αυτή διπλωματική ψυχρότητα αποτελεί το αποκορύφωμα της γενικότερης επιδείνωσης των σχέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές, η οποία πυροδοτήθηκε από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λωρίδα της Γάζας και την κλιμάκωση της βίας από πλευράς στρατού και εποίκων στη Δυτική Όχθη.