Το χάσμα ανάμεσα στα υπερπλεονάσματα και την κοινωνική επιβίωση

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Επτά στα δέκα νοικοκυριά δεν βγάζουν τον μήνα

Το VOICENEWS διαβάζει τα ευρήματα του ΙΟΒΕ και θέτει τα ερωτήματα που η κυβέρνηση συστηματικά αποφεύγει. Αν η οικονομία αναπτύσσεται και τα πλεονάσματα είναι πραγματικά, γιατί η ανάκαμψη σταματά πριν φτάσει στο τραπέζι του μέσου πολίτη;

Η μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», που παρουσιάστηκε τη Δευτέρα, αποτυπώνει μια χώρα δύο ταχυτήτων. Από τη μία οι μακροοικονομικοί δείκτες που η κυβέρνηση προβάλλει ως απόδειξη επιτυχίας. Από την άλλη η καθημερινότητα των πολιτών, που παραμένει σκληρή. Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά, το 68%, δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μόλις 19%. Το ελληνικό ποσοστό είναι υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού, και αυτό από μόνο του αρκεί για να τεθεί το βασικό πολιτικό ερώτημα, ποιος καρπώθηκε την ανάπτυξη για την οποία πανηγυρίζει το Μέγαρο Μαξίμου;

Το ίδιο το ΙΟΒΕ δίνει την απάντηση που η κυβέρνηση δεν θέλει να ακούσει. Οι ανισότητες έχουν μειωθεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, όμως, όπως σημειώνει, παραμένει ανοιχτό το χάσμα μεταξύ των θετικών στατιστικών εξελίξεων και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών. Με άλλα λόγια, η βελτίωση των αριθμών στα γραφεία δεν έχει γίνει βελτίωση στη ζωή. Το 35% των πολιτών αισθάνεται φτωχό και το 81% θεωρεί ότι οι εισοδηματικές διαφορές στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλες. Όταν τέσσερις στους πέντε πολίτες βλέπουν τη χώρα τους ως άδικη, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι πολιτικό.

Τα στοιχεία για τη συγκέντρωση του εισοδήματος είναι αμείλικτα. Η Ελλάδα παραμένει τέταρτη στην ΕΕ ως προς την εισοδηματική ανισότητα, ενώ το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει σήμερα το μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος των τελευταίων είκοσι ετών. Πρόκειται ίσως για το πιο εύγλωττο εύρημα όλης της μελέτης. Η ανάκαμψη υπήρξε, αλλά τα οφέλη της ανέβηκαν προς την κορυφή. Στον αντίποδα, οι νέοι 16 έως 24 ετών αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ τα μονογονεϊκά και τα πολύτεκνα νοικοκυριά παραμένουν στις πιο ευάλωτες ομάδες. Μια ανάπτυξη που αφήνει πίσω τη νέα γενιά και τις οικογένειες δεν είναι επιτυχία προς πανηγυρισμό. Είναι πολιτική εκκρεμότητα προς λογοδοσία.

Πουθενά το χάσμα δεν είναι τόσο βαθύ όσο στη στέγαση. Τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου δαπανούν περίπου το 60% των πόρων τους για να στεγαστούν, ενώ σχεδόν τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας καθυστερούν πληρωμές ενοικίου, στεγαστικού δανείου ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Το βάρος είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Το 83% των φτωχότερων νοικοκυριών επιβαρύνεται υπέρμετρα από το κόστος στέγασης, έναντι 29% στην ΕΕ, και το 36% δηλώνει ότι δεν μπορεί να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του. Οι αιτίες δεν είναι άγνωστες. Τα ενοίκια εκτινάχθηκαν μετά το 2018 και επιβάρυναν δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος, η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στους νέους, και η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων επιδεινώθηκε μετά το 2021. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει στεγαστικά προγράμματα και επιδοτήσεις.

Με ποια μετρήσιμα αποτελέσματα; Πόσες προσιτές κατοικίες προστέθηκαν πραγματικά, πόσα νοικοκυριά ανακουφίστηκαν, και γιατί, παρά τις εξαγγελίες, η στεγαστική επισφάλεια παραμένει από τις χειρότερες της ηπείρου;

Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ, κάτι που σημαίνει ότι το βάρος μετατοπίζεται από το κράτος στην τσέπη του πολίτη. Το 32% των πολιτών στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο, ενώ τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των φτωχότερων έναντι 18% των πλουσιότερων. Η εικόνα είναι σαφής. Όποιος δεν έχει χρήματα περιμένει περισσότερο, θεραπεύεται λιγότερο και αρρωσταίνει συχνότερα. Όταν το εισόδημα καθορίζει ακόμη και το προσδόκιμο υγιούς ζωής, η ευθύνη για την κατάσταση του δημόσιου συστήματος υγείας είναι ευθέως πολιτική.

Στην αγορά εργασίας η κυβέρνηση έχει το ισχυρότερο επιχείρημά της, και είναι δίκαιο να αναγνωριστεί. Η ανεργία υποχώρησε και η απασχόληση αυξήθηκε την τελευταία δεκαετία. Όμως τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν ότι η βελτίωση δεν αγγίζει όλους. Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας και η Ελλάδα έχει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ. Η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών και των ατόμων με αναπηρία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν τις αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες. Το πιο κρίσιμο εύρημα είναι ότι τα εργαζόμενα νοικοκυριά είδαν τα εισοδήματά τους να ανεβαίνουν, ενώ όσα εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις έμειναν ουσιαστικά στάσιμα. Η ανάκαμψη αντάμειψε όσους ήταν ήδη μέσα στο σύστημα και προσπέρασε τους πιο αδύναμους. Αυτό δεν είναι τυχαίο αποτέλεσμα. Είναι προϊόν πολιτικών επιλογών.

Η εκπαίδευση, που οφείλει να ισοφαρίζει τις αφετηρίες, στην πράξη τις αναπαράγει. Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%, όμως μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Η χώρα κατατάσσεται στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα, περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών, και η παραπαιδεία παραμένει το πραγματικό κλειδί για την πρόσβαση στα πανεπιστήμια. Όταν η μόρφωση εξαρτάται από το πορτοφόλι των γονιών, το δημόσιο σχολείο έχει πάψει να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής ανέλιξης.

Η ανισότητα δεν μετριέται πια μόνο με το ύψος του εισοδήματος, αλλά με το ποιος έχει αξιοπρεπή στέγη, ποιοτική εκπαίδευση, αποτελεσματικές υπηρεσίες υγείας και πραγματικές ευκαιρίες ανέλιξης. Με αυτά τα κριτήρια, το κυβερνητικό αφήγημα της επιτυχίας συναντά τα όριά του. Τα πλεονάσματα και οι ρυθμοί ανάπτυξης μπορεί να είναι πραγματικοί. Εξίσου πραγματικό όμως είναι και το χάσμα που τους χωρίζει από τη ζωή του πολίτη.