Πανελλαδικές 2026: Το πρόβλημα δεν είναι τα δύσκολα θέματα – Είναι το σύστημα που παράγει αποκλεισμούς

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Κάθε χρόνο, μόλις ανακοινωθούν τα θέματα των Πανελλαδικών, ξεκινά η ίδια σχεδόν τελετουργική συζήτηση. «Ήταν εύκολα;», «Ήταν σφαγή;», «Ποιο μάθημα έκοψε περισσότερο;», «Πού θα πέσουν οι βάσεις;». Μαθητές, γονείς, φροντιστές, τηλεοπτικά πάνελ και ιστοσελίδες κινούνται γύρω από τον ίδιο άξονα: τη δυσκολία των θεμάτων.

Και όμως, ίσως αυτή να είναι η πιο βολική αλλά και η πιο παραπλανητική συζήτηση.

Γιατί στις Πανελλαδικές το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν τα θέματα είναι δύσκολα ή εύκολα. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι το ίδιο το σύστημα είναι φτιαγμένο για να ξεχωρίζει νικητές και χαμένους, ανεξάρτητα από το επίπεδο δυσκολίας.

Αν τα θέματα είναι εύκολα, θα ανέβουν οι βαθμολογίες και μαζί οι βάσεις. Αν είναι δύσκολα, θα πέσουν οι επιδόσεις και θα μειωθούν οι βάσεις. Οι θέσεις στα πανεπιστήμια όμως παραμένουν ίδιες. Ο αριθμός όσων θα περάσουν είναι προκαθορισμένος. Οι Πανελλαδικές δεν λειτουργούν απλώς ως εξέταση γνώσεων. Λειτουργούν ως μηχανισμός κατάταξης και αποκλεισμού.

Γι’ αυτό και ολόκληρη η δημόσια συζήτηση γύρω από τα «θέματα-φωτιά» συχνά αποκρύπτει την ουσία.

Στην πραγματικότητα, το εξεταστικό σύστημα έχει ανάγκη από μαθήματα που θα λειτουργούν σαν φίλτρα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε χρόνο συγκεκριμένα μαθήματα εμφανίζουν μαζικά ποσοστά αποτυχίας. Τα Μαθηματικά, η Φυσική, η Ιστορία μετατρέπονται διαρκώς σε πεδία «εκκαθάρισης» βαθμολογιών. Το σύστημα χρειάζεται λίγους αριστούχους, αρκετούς μέτριους και χιλιάδες κάτω από τη βάση ώστε να μπορεί να λειτουργήσει η διαδικασία επιλογής.

Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη «μηχανική» των επιδόσεων. Η δυσκολία των θεμάτων δεν αποτυπώνει πάντα αντικειμενικά τη γνώση των μαθητών. Συχνά λειτουργεί σαν εργαλείο ρύθμισης των αποτελεσμάτων. Μερικές φορές η επιτυχία δεν εξαρτάται τόσο από τη βαθιά κατανόηση όσο από την εξοικείωση με τη λογική των εξετάσεων, τις τεχνικές λύσεων και τις παγίδες της θεματοδοσίας.

Κι ενώ η κοινωνία συζητά αν τα θέματα ήταν απαιτητικά, ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα περνά σχεδόν αθόρυβα: οι χιλιάδες κενές θέσεις στα πανεπιστήμια λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.

Από το 2021 μέχρι σήμερα δεκάδες χιλιάδες θέσεις έμειναν άδειες. Νέοι άνθρωποι αποκλείστηκαν όχι επειδή δεν υπήρχαν σχολές, αλλά επειδή δεν ξεπέρασαν το όριο που όρισε το σύστημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: πανεπιστημιακά τμήματα χωρίς φοιτητές και υποψήφιοι χωρίς πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη σκληρή αλήθεια που σπάνια συζητείται. Οι υποψήφιοι δεν ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Άλλος μαθητής έχει οικογένεια που μπορεί να στηρίξει πολυετή φροντιστηριακή προετοιμασία και άλλος όχι. Άλλος φοιτά σε σχολείο με σταθερό εκπαιδευτικό προσωπικό και άλλος σε σχολείο με τεράστια κενά. Άλλος μεγαλώνει σε περιβάλλον με πρόσβαση σε βιβλία, βοήθεια και καθοδήγηση και άλλος δίνει τη μάχη σχεδόν μόνος του.

Άρα το ίδιο θέμα δεν έχει την ίδια δυσκολία για όλους.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη υποκρισία του συστήματος. Οι Πανελλαδικές παρουσιάζονται ως μια ουδέτερη και δίκαιη διαδικασία αξιολόγησης, ενώ στην πραγματικότητα αντανακλούν βαθιές κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες.

Γι’ αυτό η πραγματική συζήτηση δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στο αν τα θέματα ήταν «φωτιά» ή «δώρο». Θα έπρεπε να αφορά το τι πραγματικά αξιολογεί το σύστημα, πόσο συνδέεται με το δημόσιο σχολείο, πόσο δίκαιες είναι οι αφετηρίες των μαθητών και γιατί χιλιάδες νέοι αποκλείονται κάθε χρόνο από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Γιατί τελικά οι Πανελλαδικές δεν είναι μόνο εξετάσεις. Είναι ένας μηχανισμός που επηρεάζει ζωές, καθορίζει διαδρομές και συχνά αναπαράγει τις ίδιες κοινωνικές ανισότητες που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μειώνει.