Τουρκικό γεωπολιτικό θρίλερ: Επιχειρηματίας που κατηγορείται για κατασκοπεία αποκαλύπτει συνεργασία με τη MIT κατά των αντιπάλων του Ερντογάν

Μια άκρως πολιτικά φορτισμένη υπόθεση πολιτικής και στρατιωτικής κατασκοπείας λαμβάνει χώρα στις δικαστικές αίθουσες της Κωνσταντινούπολης, φέρνοντας στο φως της δημοσιότητας το παρασκήνιο των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών.

Ο Τούρκος επιχειρηματίας Χουσεΐν Γκουν, ο οποίος αντιμετωπίζει βαρύτατες κατηγορίες από την εισαγγελία για δράση ως διπλός ή τριπλός πράκτορας υπέρ του Ισραήλ, των ΗΠΑ και της Βρετανίας, προέβη σε μια αποκαλυπτική κατάθεση.

Ενώπιον του δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι για πολλά χρόνια λειτουργούσε στην πραγματικότητα ως πράκτορας των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, εκτελώντας απόρρητες αποστολές στο εξωτερικό.

Η τροπή αυτή επηρεάζει άμεσα το εγχώριο πολιτικό σκηνικό, καθώς η συγκεκριμένη δικαστική διαμάχη χρησιμοποιείται από το κυβερνών καθεστώς για να πλήξει τον φυλακισμένο δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, και άλλους εξέχοντες επικριτές της κυβέρνησης.

Ο Ιμάμογλου, στέλεχος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), θεωρείται ο ισχυρότερος αντίπαλος του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενόψει των επόμενων προεδρικών εκλογών. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι οι διώξεις αποτελούν μια ξεκάθαρη μεθόδευση για την εξόντωση του βασικού πολιτικού αντιπάλου του Ερντογάν.

Σημειώνεται ότι στον Ιμάμογλου είχε ήδη ακυρωθεί το πτυχίο του —συνταγματική προϋπόθεση για την υποψηφιότητα— ενώ στη συνέχεια καθαιρέθηκε και φυλακίστηκε με αφορμή μια παράλληλη έρευνα για διαφθορά στον δήμο.

Το «Μαύρο Κύτταρο» και οι παρακολουθήσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Γκουν υποστήριξε ότι είναι παράλογο να κατηγορείται ως ξένος κατάσκοπος, καθώς οι τουρκικές υπηρεσίες αντικατασκοπείας θα είχαν εντοπίσει τη δράση του εδώ και δεκαετίες.

Αντίθετα, αποκάλυψε ότι αμέσως μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, έδρασε σε απόλυτο συντονισμό με την Άγκυρα. Αποστολή του ήταν ο εντοπισμός και η συλλογή πληροφοριών για μέλη του θρησκευτικού κινήματος Γκιουλέν που είχαν καταφύγει στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατέγραφε ταυτότητες, διευθύνσεις, τραπεζικούς λογαριασμούς και τις επαφές των στόχων, διαβιβάζοντας τα στοιχεία στις τουρκικές αρχές.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εταιρείες του, Trident και GPlus, διέθεταν επίσημο έγγραφο εξουσιοδότησης για τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων του τουρκικού κράτους, το οποίο φέρει την υπογραφή του Φουάτ Οκτάι, τότε υφυπουργού του πρωθυπουργού και μετέπειτα αντιπροέδρου της χώρας.

Ο Γκουν ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρξε μέλος μιας απόρρητης δομής με την ονομασία «Μαύρο Κύτταρο» (Black Cell). Πρόκειται για ένα ανεπίσημο δίκτυο που διεξήγαγε επιχειρήσεις πληροφοριών και ασκούσε παρασκηνιακή πίεση (lobbying) σε βρετανικά και αμερικανικά κέντρα εξουσίας, με σκοπό:

  • Την άσκηση πίεσης σε ξένους πολιτικούς θεσμούς και τη Βουλή των Λόρδων.

  • Την παρότρυνση των βρετανικών αρχών να μπλοκάρουν χρηματοοικονομικά δίκτυα και φιλανθρωπικές οργανώσεις των Γκιουλενιστών.

  • Την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον ηλεκτρονικό πόλεμο και την κυβερνοασφάλεια.

Το ψηφιακό Dark Web και η αμηχανία των ΜΜΕ

Η επίσημη κατηγορία περί κατασκοπείας που βαραίνει τον Ιμάμογλου, τον Γκουν και άλλους συνεργάτες, αφορά τη διαρροή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Οι εισαγγελείς, που ζητούν ποινές φυλάκισης 15 έως 20 ετών, ισχυρίζονται ότι τα στοιχεία εκατομμυρίων πολιτών από την ψηφιακή πλατφόρμα του Δήμου Κωνσταντινούπολης, καθώς και εκλογικά δεδομένα ψηφοφόρων, διοχετεύθηκαν παράνομα στο εξωτερικό και κατέληξαν προς πώληση σε αγορές του σκοτεινού διαδικτύου (dark web).

Όταν ο επιχειρηματίας ρωτήθηκε για τις αντιφάσεις με τις αρχικές του δηλώσεις, εξήγησε ότι απέκρυψε τη σκοτεινή δράση του παρουσιάζοντάς τη ως «εμπορική δραστηριότητα» για να διαφυλάξει τα κρατικά μυστικά. Η ομολογία του προκάλεσε έντονη αμηχανία στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης της Τουρκίας. Ενώ προηγουμένως τον παρουσίαζαν με πηχυαίους τίτλους ως πράκτορα της Μοσάντ ή της CIA, μετά την αποκάλυψη της συνεργασίας του με το περιβάλλον του Ερντογάν και τον επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, Ιμπραχίμ Καλίν, επέβαλαν ένα ιδιότυπο επικοινωνιακό «σιωπητήριο». Η πολύκροτη δίκη έλαβε αναβολή προκειμένου να συνεχιστεί η δικαστική διαδικασία.