Το χρονικό της πτώσης του αλ-Σααντί: Η διεθνής τρομοκρατική δράση και η παγίδα του FBI


Στα χέρια των αμερικανικών ομοσπονδιακών αρχών βρίσκεται πλέον ο Μοχάμαντ Μπακέρ Σαάντ Νταβούντ αλ-Σααντί, ηγετικό στέλεχος της ιρακινής οργάνωσης Καταΐμπ Χεζμπολάχ. Ο αλ-Σααντί κατηγορείται για την ενορχήστρωση και τον συντονισμό τουλάχιστον 18 τρομοκρατικών χτυπημάτων στην Ευρώπη, με βασικό στόχο αμερικανικά και εβραϊκά συμφέροντα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι επιθέσεις αυτές παρουσιάζονταν ως αντίποινα για τον πόλεμο στο Ιράν, εξυπηρετώντας παράλληλα τους ευρύτερους στόχους των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν και των συμμάχων τους.


Το ευρωπαϊκό μπαράζ επιθέσεων

Η δράση του δικτύου που κατηύθυνε ο αλ-Σααντί απλώθηκε σε κεντρικές ευρωπαϊκές πόλεις, προκαλώντας συναγερμό στις δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας. Η αρχή έγινε τον Μάρτιο με μια σειρά από βομβιστικές και εμπρηστικές ενέργειες που είχαν ως επίκεντρο τη θρησκευτική και οικονομική ζωή της εβραϊκής κοινότητας:

  • 9 Μαρτίου: Επίθεση με εκρηκτικά σε συναγωγή στη Λιέγη του Βελγίου.

  • 13 Μαρτίου: Εμπρησμός συναγωγής στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας.

  • 14-15 Μαρτίου: Βομβιστικές επιθέσεις σε εβραϊκό σχολείο στο Άμστερνταμ και στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Νέας Υόρκης Mellon στην ίδια πόλη.

Το κύμα της τρομοκρατίας μεταφέρθηκε τον Απρίλιο στη βρετανική πρωτεύουσα. Στο Λονδίνο καταγράφηκαν δύο διαδοχικές εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον εβραϊκής φιλανθρωπικής οργάνωσης, ενώ στις 29 Απριλίου σημειώθηκε αιματηρή επίθεση με μαχαίρι εναντίον δύο εβραίων πολιτών.


Το αμερικανικό συμβόλαιο και η παγίδα με το «καρτέλ»

Οι φιλοδοξίες του αλ-Σααντί δεν περιορίστηκαν στην Ευρώπη και τον Καναδά. Ο Ιρακινός διοικητής σχεδίαζε ένα μεγάλο χτύπημα στην καρδιά των ΗΠΑ, βάζοντας στο στόχαστρο μια σημαντική συναγωγή στη Νέα Υόρκη, καθώς και εβραϊκά κέντρα στο Λος Άντζελες και την Αριζόνα.

Η πτώση του ήρθε όταν προσπάθησε να στρατολογήσει εκτελεστές για το χτύπημα στη Νέα Υόρκη. Νομίζοντας ότι διαπραγματεύεται με μέλος μεξικανικού καρτέλ ναρκωτικών, ο αλ-Σααντί συνομιλούσε στην πραγματικότητα με μυστικό πράκτορα των ΗΠΑ. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε να καταβάλει το ποσό των 10.000 δολαρίων για την επίθεση, θέτοντας ως απαράβατο όρο την οπτικοακουστική καταγραφή της. Όταν το χτύπημα, που είχε προγραμματιστεί για τις 6 Απριλίου, δεν πραγματοποιήθηκε, ο ίδιος ζήτησε εξηγήσεις από τον πράκτορα το επόμενο πρωί, εκθέτοντας πλήρως τον εαυτό του.


Η μυστική έκδοση και η γραμμή άμυνας

Αν και οι αμερικανικές αρχές κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους για τις ακριβείς συνθήκες της σύλληψης, τα δεδομένα των αεροπορικών πτήσεων δείχνουν μια συντονισμένη επιχείρηση έκδοσης. Ειδικό σκάφος του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ταξίδεψε στην Τουρκία και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη μέσω Μαρόκου.

Ο αλ-Σααντί οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης, όπου και διατάχθηκε η κράτησή του χωρίς εγγύηση. Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει είναι εξαιρετικά βαρύ και περιλαμβάνει:

  1. Συνωμοσία για παροχή υλικής υποστήριξης σε ξένη τρομοκρατική οργάνωση.

  2. Συνωμοσία για τρομοκρατικές πράξεις.

  3. Συνωμοσία για βομβιστική επίθεση σε δημόσιο χώρο.

Η πλευρά του κατηγορουμένου, μέσω του δικηγόρου του, αρνείται τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η δίωξη είναι καθαρά πολιτική. Ισχυρίζεται ότι ο αλ-Σααντί στοχοποιήθηκε λόγω των παλαιών δεσμών του με τον Κασέμ Σουλεϊμανί –τον Ιρανό στρατηγό που εξοντώθηκε από τις ΗΠΑ το 2020– και ζητά να του αναγνωριστεί η ιδιότητα του πολιτικού κρατουμένου και αιχμαλώτου πολέμου.


Η ψηφιακή προπαγάνδα και τα προσωπεία

Οι έρευνες έδειξαν ότι η Καταΐμπ Χεζμπολάχ χρησιμοποιούσε την ονομασία «Χαρακάτ Ασάμπ αλ-Ισλαμίγια» ως προπέτασμα καπνού για να θολώνει τα νερά γύρω από τις ευρωπαϊκές επιθέσεις. Παράλληλα, ο αλ-Σααντί ήταν ιδιαίτερα ενεργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιώντας πολλαπλούς λογαριασμούς για να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει τρομοκρατικούς πυρήνες.

Σε μια χαρακτηριστική ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ, είχε δημοσιεύσει μια εικόνα του αμερικανικού Καπιτωλίου τυλιγμένου στις φλόγες, πλαισιωμένη από τη μορφή του Σουλεϊμανί, στέλνοντας το μήνυμα ότι η εκδίκηση εναντίον των ΗΠΑ παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση χωρίς περιθώρια διαπραγμάτευσης.