Αποχώρηση Ryanair από Θεσσαλονίκη: ανησυχία για τον τουρισμό της Βόρειας Ελλάδας μετά τις αυξήσεις τελών

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η αποχώρηση της Ryanair από τη Θεσσαλονίκη προκαλεί έντονη ανησυχία για τον τουρισμό και την οικονομία της Βόρειας Ελλάδας, καθώς η ιρλανδική αεροπορική εταιρεία αποτελούσε βασικό εργαλείο προσέλκυσης ταξιδιωτών χαμηλού και μεσαίου κόστους.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η εταιρεία θεωρεί πλέον οικονομικά ασύμφορη τη διατήρηση της παρουσίας της στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», εξαιτίας της αύξησης των τελών χρήσης, αλλά και του γενικότερου κόστους λειτουργίας, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι τιμές των καυσίμων.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η Fraport, η οποία διαχειρίζεται το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Η αύξηση των τελών κατά περίπου 15% θεωρείται από τη Ryanair ιδιαίτερα επιβαρυντική για το μοντέλο λειτουργίας μιας low cost αεροπορικής εταιρείας, η οποία βασίζεται σε χαμηλό κόστος και μεγάλο όγκο επιβατών.

Το ζήτημα, όμως, δεν αφορά μόνο μια εμπορική διαφωνία ανάμεσα σε έναν αερομεταφορέα και έναν διαχειριστή αεροδρομίου. Η αποχώρηση της Ryanair μπορεί να έχει ευρύτερες συνέπειες για την τουριστική κίνηση, τα ξενοδοχεία, τα ταξιδιωτικά πραφεία, την εστίαση, το εμπόριο και συνολικά τις τοπικές κοινωνίες που περιμένουν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους από τον τουρισμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι η Βόρεια Ελλάδα δεν διαθέτει την ίδια τουριστική δυναμική με άλλους, πιο προβεβλημένους προορισμούς της χώρας. Για πολλές περιοχές, οι οικονομικές αεροπορικές συνδέσεις είναι κρίσιμος παράγοντας, καθώς φέρνουν επισκέπτες που διαφορετικά μπορεί να επέλεγαν άλλους προορισμούς.

Η Ryanair υποστηρίζει ότι τα τέλη στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, γίνεται λόγος για προηγούμενες αυξήσεις που φέρονται να απορρόφησαν στην πράξη τα οφέλη από τη μείωση του αεροπορικού φόρου, χωρίς αυτά να περάσουν στον τελικό ταξιδιώτη.

Το αποτέλεσμα είναι πως η Θεσσαλονίκη χάνει μια εταιρεία που έφερνε μεγάλο αριθμό επισκεπτών με φθηνά εισιτήρια. Μαζί με την αποχώρηση πλήττονται και εργαζόμενοι, καθώς αναφέρεται ότι περίπου 200 θέσεις εργασίας επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την εξέλιξη.

Η υπόθεση ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τη σύμβαση παραχώρησης των περιφερειακών αεροδρομίων και για το αν το Δημόσιο διαθέτει επαρκή εργαλεία παρέμβασης όταν αποφάσεις ιδιωτικών διαχειριστών επηρεάζουν ευρύτερα την εθνική και τοπική οικονομία.

Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: μπορεί μια αύξηση στα αεροδρομιακά τέλη να αποφέρει πρόσθετα έσοδα στον διαχειριστή, αλλά ταυτόχρονα να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη απώλεια στην πραγματική οικονομία; Για τη Βόρεια Ελλάδα, η απάντηση ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα σοβαρή τους επόμενους μήνες.

Πλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται και σε άλλα αεροδρόμια που βρίσκονται υπό τη διαχείριση της ίδιας εταιρείας, όπως αυτό των Χανίων, καθώς υπάρχει ανησυχία για το αν παρόμοιες πολιτικές τελών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανάλογες αντιδράσεις και από άλλες αεροπορικές εταιρείες.