ΙΤΑΛΙΑ: «ΤΣΟΥΝΑΜΙ» ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΩΝ ΣΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΠΟΡΝΕΙΑΣ ΣΤΟ ΜΙΛΑΝΟ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η υπόθεση που αφορά κύκλωμα συνοδών στο Μιλάνο έχει πάρει νέα διάσταση, με ιταλικά μέσα να αναφέρουν ότι στα δικογραφικά έγγραφα της εισαγγελίας περιλαμβάνονται δεκάδες ονόματα ποδοσφαιριστών.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι συγκεκριμένοι παίκτες δεν κατηγορούνται. Τα ονόματά τους εμφανίζονται στη δικογραφία κυρίως ως σημεία αναφοράς, στο πλαίσιο ερευνών που αφορούν ελέγχους σε κινητά τηλέφωνα, συνομιλίες και επαφές.

Μιλάνο: Κύκλωμα πολυτελούς πορνείας με εμπλοκή ποδοσφαιριστών

Η υπόθεση είχε ήδη προκαλέσει έντονο θόρυβο στην Ιταλία, με τέσσερις συλλήψεις, κατασχέσεις που ξεπερνούν το 1,2 εκατ. ευρώ και έρευνα γύρω από εταιρεία εκδηλώσεων, η οποία φέρεται να λειτουργούσε ως «βιτρίνα» για ιδιωτικά πάρτι με συνοδούς.

Στη νέα φάση της έρευνας, ιταλικά δημοσιεύματα αναφέρονται σε ποδοσφαιριστές όπως οι Μπαστόνι, Λεάο, Βλάχοβιτς, Μπελανόβα, Καλαφιόρι, Μπισέκ, Πιναμόντι, Ρίτσι και Σκαμάκα. Άλλες αναφορές εμπλέκουν και πρώην παίκτες, όπως οι Χακίμι, Σκρίνιαρ, Ζιρού, Μενέζ και Κουτίνιο.

Παρά τα δημοσιεύματα, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία ποινική δίωξη εις βάρος των ποδοσφαιριστών. Οι αρχές εξετάζουν αν υπήρξε παρουσία τους σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις, αν πραγματοποιήθηκαν πληρωμές και αν συνδέονται με τυχόν παράνομες συναλλαγές.

Σύμφωνα με τα ιταλικά ΜΜΕ, στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η εταιρεία Ma.De., η οποία φέρεται να διοργάνωνε ιδιωτικά events σε κλαμπ, ξενοδοχεία και άλλους χώρους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται αναφορά και σε εκδηλώσεις στη Μύκονο.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν αναφορές για χρήση υποξειδίου του αζώτου (laughing gas), ουσίας που προκαλεί ευφορία και δεν εντοπίζεται εύκολα σε τυπικούς ελέγχους ντόπινγκ. Παρόλα αυτά, δεν προκύπτει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι χώροι συνδέονται με χρήση της ουσίας από παίκτες, καθώς αυτό αποτελεί μέρος της ευρύτερης έρευνας.

Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από καταγγελία γυναίκας και στη συνέχεια επεκτάθηκε, με τις αρχές να εντοπίζουν συνομιλίες, οικονομικές συναλλαγές και επαφές που οδήγησαν στην αποκάλυψη του δικτύου, το οποίο – σύμφωνα με την εισαγγελία – απευθυνόταν σε πολύ εύπορους πελάτες.