Σκάνδαλο στις φυλακές Τίρυνθας: Καταδικασμένοι υπάλληλοι συνεχίζουν κανονικά στην υπηρεσία τους

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ένα σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία του σωφρονιστικού συστήματος φέρνει στο φως η υπόθεση των αγροτικών φυλακών Τίρυνθας, όπου καταγράφεται ένα καθεστώς ασυδοσίας με πρωταγωνιστές σωφρονιστικούς υπαλλήλους που, παρά τις πρωτόδικες καταδίκες, συνεχίζουν να υπηρετούν κανονικά.

Η υπόθεση, που αποκαλύφθηκε μέσα από τη δικαστική απόφαση υπ’ αριθμόν 309/2025, αφορά τρεις υπαλλήλους οι οποίοι κατηγορούνται για βαριά αδικήματα, μεταξύ των οποίων ληστεία, παράνομη οπλοφορία και παράβαση καθήκοντος. Το γεγονός ότι παραμένουν στα πόστα τους δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη στάση της πολιτείας και την ύπαρξη μιας άτυπης «ασυλίας».

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται μια ένοπλη ληστεία σε πρακτορείο ΟΠΑΠ στο Ναύπλιο το 2019, με βασικό εμπλεκόμενο έναν τότε κρατούμενο, ο οποίος φέρεται να απολάμβανε προνόμια εντός των φυλακών. Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο συγκεκριμένος κρατούμενος όχι μόνο είχε ιδιαίτερη μεταχείριση, αλλά διέμενε ακόμη και σε ανακαινισμένο ιδιωτικό χώρο, εκτός των συνηθισμένων συνθηκών κράτησης.

Μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο σκιαγραφούν μια εικόνα πλήρους διάλυσης των μηχανισμών ελέγχου. Η κατάσταση στην πύλη των φυλακών περιγράφηκε με τον χαρακτηρισμό «μπάτε σκύλοι αλέστε», καθώς, σύμφωνα με καταθέσεις, η είσοδος και έξοδος ατόμων γινόταν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Υπάλληλοι επιβεβαίωσαν ότι αυτή η πρακτική αποτελούσε παγιωμένη κατάσταση για χρόνια.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε έναν εκ των κατηγορουμένων υπαλλήλων, ο οποίος φέρεται να είχε προνομιακή πρόσβαση σε κρίσιμες υπηρεσίες της φυλακής, ακόμη και στη γραμματεία, γεγονός που του επέτρεπε να κινείται ανεξέλεγκτα. Μάλιστα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι καταγραφές στα βιβλία υπηρεσίας αλλοιώθηκαν εκ των υστέρων, προκειμένου να καλυφθούν τα ίχνη του.

Η έρευνα αποκάλυψε επίσης την ύπαρξη παράνομων επικοινωνιών, καθώς στην κατοχή του κρατουμένου βρέθηκε κινητό τηλέφωνο, μέσω του οποίου διατηρούσε επαφές ακόμη και με υπηρεσιακά πρόσωπα. Ωστόσο, για τη διευθύντρια του καταστήματος, η Δικαιοσύνη έκρινε ότι δεν προκύπτει ποινική ευθύνη, καθώς φαίνεται να είχε παραπλανηθεί από υφιστάμενους.

Σύμφωνα με τα πορίσματα, οι παράνομες ενέργειες των εμπλεκομένων γίνονταν εν αγνοία της διοίκησης, ενώ αρκετές από τις καταγγελλόμενες πράξεις έχουν πλέον παραγραφεί. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει και παλαιότερη απόφαση της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου, η οποία είχε θέσει στο αρχείο σχετική δικογραφία.

Παρά τις εξελίξεις αυτές, η υπόθεση αφήνει πίσω της σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία των αγροτικών φυλακών, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα του ελέγχου, αλλά και για το κατά πόσο το σύστημα μπορεί να εγγυηθεί την τήρηση του κράτους δικαίου.