ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ-ΟΤΑΝ ΤΑ «ΓΕΦΥΡΙΑ» ΖΗΤΟΥΝ ΘΥΣΙΕΣ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Από τον λαϊκό θρύλο στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, ποιος σηκώνει τελικά το βάρος των μεγάλων αποφάσεων;

Υπάρχουν αφηγήσεις που δεν ανήκουν στο παρελθόν. Παραμένουν ζωντανές, γιατί μιλούν για μηχανισμούς εξουσίας και κοινωνίας που επαναλαμβάνονται. Το Το Γεφύρι της Άρτας δεν είναι απλώς ένας θρύλος, αλλά είναι μια προειδοποίηση. Ένα έργο που δεν στεριώνει, μέχρι τη στιγμή που κάποιος καλείται να γίνει το θεμέλιό του.

Κάθε μέρα το χτίζουν, κάθε νύχτα γκρεμίζεται. Μέχρι να παρθεί η απόφαση που αλλάζει τα πάντα. Μια απόφαση όχι τεχνική, όχι πολιτική αλλά ανθρώπινη και βαθιά άνιση.

Σήμερα, τα «γεφύρια» δεν είναι πέτρινα. Είναι νόμοι, στρατηγικές, εθνικές επιλογές. Ο νόμος 5265/2026 για την εθελοντική στράτευση γυναικών παρουσιάζεται ως ένα βήμα εκσυγχρονισμού και ισότητας. Και σε έναν βαθμό, είναι. Όμως κάθε τέτοια επιλογή κουβαλά ένα αόρατο ερώτημα: είναι πράγματι μια συλλογική απόφαση  ή ένα αφήγημα που χρειάζεται κάποιους να το επιβεβαιώσουν στην πράξη;

Η λέξη «θυσία» δεν λέγεται πια ανοιχτά. Έχει αντικατασταθεί από όρους όπως «ευθύνη», «συμμετοχή», «πατριωτισμός». Αλλά η ουσία παραμένει. Κάθε φορά που η κοινωνία καλείται να αποδεχτεί ένα βάρος, δοκιμάζεται η δικαιοσύνη με την οποία αυτό κατανέμεται.

Το Γεφύρι της Άρτας, το πιο σκληρό στοιχείο δεν είναι η ίδια η πράξη, αλλά το ποιος την υφίσταται. Δεν είναι οι ισχυροί. Δεν είναι αυτοί που αποφασίζουν. Είναι εκείνη που δεν έχει τη δύναμη να αρνηθεί. Εκεί βρίσκεται η διαχρονική του δύναμη  και η ανησυχητική του επικαιρότητα.

Στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, με πρόσωπα όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο υπουργός  Νίκος Δένδιας και ο νυν απλός βουλευτής  Αλέξης Τσίπρας να καθορίζουν τον τόνο της αντιπαράθεσης, το ερώτημα δεν είναι απλώς τι αποφασίζεται.

Είναι ποιος καλείται να το στηρίξει έμπρακτα. Γιατί κάθε αφήγημα που ζητά αποδοχή, ζητά ταυτόχρονα και εμπιστοσύνη και αυτή δεν επιβάλλεται, κερδίζεται.

Κάπου εδώ τελειώνουν τα εύκολα λόγια και αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της πολιτικής ειλικρίνειας. Όταν η εξουσία ζητά από την κοινωνία να αποδεχτεί νέα βάρη, δεν αρκεί να επικαλείται έννοιες όπως «ευθύνη» και «πατριωτισμός». Οφείλει να αποδείξει ότι αυτές οι έννοιες δεν λειτουργούν επιλεκτικά.

Το παράδειγμα δεν είναι επικοινωνιακό εργαλείο αλλά  είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας. Αν η συμμετοχή παρουσιάζεται ως καθολική αξία, τότε πρέπει να είναι ορατό ότι ξεκινά από την ίδια την κορυφή της πολιτικής πυραμίδας και δεν εξαντλείται στους πολλούς.

Διαφορετικά, η «προσφορά» παύει να είναι κοινό καθήκον και μετατρέπεται σε μονόδρομο για όσους δεν έχουν φωνή στη λήψη των αποφάσεων. Και τότε, όπως στο Το Γεφύρι της Άρτας, το ερώτημα δεν είναι αν το έργο θα ολοκληρωθεί, αλλά πάνω σε ποιους θα στηριχθεί.

Η μεταφορική «θυσία» στη σημερινή Ελλάδα δεν αφορά πρόσωπα, αλλά ισορροπίες. Αφορά την απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που αποφασίζουν και σε εκείνους που βιώνουν τις συνέπειες. Αν αυτή η απόσταση μεγαλώσει υπερβολικά, τότε κανένα «γεφύρι» δεν μπορεί να σταθεί, όσο προσεκτικά κι αν χτιστεί.

Γιατί στο τέλος, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μια κοινωνία μπορεί να πετύχει μεγάλους στόχους. Είναι αν μπορεί να το κάνει χωρίς να δημιουργεί αόρατους «θεμέλιους λίθους» από ανθρώπους που σηκώνουν βάρη δυσανάλογα.

Και ίσως εκεί να κρύβεται η πιο σύγχρονη ανάγνωση για το Γεφύρι της Άρτας:
ότι τα γεφύρια που αξίζει να αντέξουν στον χρόνο δεν είναι εκείνα που χτίζονται πάνω σε θυσίες, αλλά εκείνα που χτίζονται πάνω σε δικαιοσύνη.

Ως επίλογο θα θέσουμε μια ερώτηση που ηχεί μάλλον ρητορικά:

‘Αραγε οι κόρες των βουλευτών της ΝΔ θα πάνε εθελοντικά ή μόνο για σόου είναι ;