Η δουλεία στον 21ο αιώνα έχει όνομα, λέγεται «Nike»

Η επέκταση της Nike στην Ινδονησία τα τελευταία δέκα χρόνια συνοδεύτηκε από σημαντική γεωγραφική αναδιάταξη της παραγωγής της, με μεταφορά θέσεων εργασίας από περιοχές με υψηλότερους μισθούς σε ζώνες χαμηλότερου κόστους. Σύμφωνα με έρευνα της ProPublica και της The Oregonian/OregonLive, η εταιρεία ενίσχυσε την παρουσία της κυρίως στην Κεντρική και Δυτική Ιάβα, όπου οι κατώτατοι μισθοί είναι σημαντικά χαμηλότεροι από τα επίπεδα που θεωρούνται επαρκή για αξιοπρεπή διαβίωση.

Από το 2015 έως το 2025, οι προμηθευτές της Nike μείωσαν περίπου 36.000 θέσεις εργασίας σε περιοχές όπως η Τζακάρτα, όπου ο κατώτατος μισθός προσεγγίζει τα 300 δολάρια μηνιαίως, και αύξησαν κατά σχεδόν 112.000 τις θέσεις σε περιοχές όπου οι μισθοί κυμαίνονται γύρω στα 165 δολάρια. Το Ίδρυμα WageIndicator Foundation εκτιμά ότι ο μισθός διαβίωσης στην Κεντρική Ιάβα ξεκινά από περίπου 245 δολάρια, δηλαδή αρκετά πάνω από τον τοπικό κατώτατο μισθό.

Η Nike δηλώνει ότι στόχος της είναι οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν αποδοχές που καλύπτουν βασικές ανάγκες και ότι συνεργάζεται με προμηθευτές για συμμόρφωση με τον κώδικα δεοντολογίας της. Ωστόσο, εργαζόμενοι ανέφεραν ότι λαμβάνουν κυρίως τον κατώτατο μισθό, ενώ οργανώσεις όπως η Asia Floor Wage Alliance και η Worker Rights Consortium επισημαίνουν αυξημένα προβλήματα εργασιακών δικαιωμάτων στις νέες βιομηχανικές ζώνες.

Ενδεικτικά, στο εργοστάσιο Selalu Cinta στην Κεντρική Ιάβα, εργαζόμενοι κατήγγειλαν εκφοβιστική συμπεριφορά διευθυντή, ενώ σε άλλα εργοστάσια αναφέρθηκαν ελλείψεις σε βασικές υποδομές και περιστατικά παρενόχλησης. Παράλληλα, εκτιμήσεις της έρευνας υπολογίζουν ότι η μετατόπιση σε χαμηλόμισθες περιοχές θα μπορούσε να εξοικονομήσει έως και 200 εκατ. δολάρια ετησίως σε εργατικό κόστος, υπό συγκεκριμένες παραδοχές.

Η Nike, με ετήσια έσοδα 46,3 δισ. δολάρια και πιέσεις στα περιθώρια κέρδους, υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές συμβάλλει στην οικονομική πρόοδο. Οι επικριτές, ωστόσο, θεωρούν ότι η στρατηγική αυτή εντείνει τη μισθολογική ανισότητα και αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων.