Όταν το σχολείο αρχίζει να μοιάζει με αγγελία ακινήτου

Κάτι δεν πάει καλά όταν το σχολείο αρχίζει να περιγράφεται με τη γλώσσα της αγοράς. Όταν όροι όπως «ελκυστικό προφίλ», «υψηλές επιδόσεις» και «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» γίνονται κανονικότητα στον εκπαιδευτικό λόγο, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς λεκτικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Το σχολείο μετατρέπεται σταδιακά από κοινωνικό θεσμό σε προϊόν. Από χώρο μάθησης και σχέσεων, σε παράγοντα υπεραξίας περιοχής. Δεν επιλέγεις απλώς σχολείο για το παιδί σου· καλείσαι να «αντέχεις» και το κόστος ζωής γύρω του. Έτσι, η εκπαιδευτική ανισότητα αποκτά χωρική μορφή και ο αποκλεισμός ντύνεται με τον μανδύα της «ελεύθερης επιλογής».

Η αξιολόγηση, αντί να υπηρετεί τη βελτίωση, λειτουργεί όλο και περισσότερο ως μηχανισμός κατάταξης. Σχολεία συγκρίνονται, βαθμολογούνται, εκτίθενται. Οι αριθμοί προηγούνται των ανθρώπων. Οι δείκτες επισκιάζουν τις ιστορίες.

Ποιος δείκτης αποτυπώνει το παιδί που παλεύει;
Ποια κατάταξη χωρά τον εκπαιδευτικό που κρατά όρθια μια τάξη με ελάχιστα μέσα;
Ποιο σύστημα μετρά την ασφάλεια, τη φροντίδα, τη σχέση;

Κανένα.

Όταν το σχολείο υιοθετεί τη λογική της αγοράς, τότε χάνει τον παιδαγωγικό του πυρήνα. Οι γονείς γίνονται καταναλωτές, τα σχολεία βιτρίνες και οι εκπαιδευτικοί εργαζόμενοι υπό διαρκή αξιολόγηση «απόδοσης». Το νόημα θολώνει. Η εκπαίδευση ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις της αγοράς, όχι με τις ανάγκες της κοινωνίας.

Όμως το σχολείο δεν είναι brand.
Δεν είναι επένδυση.
Δεν είναι ακίνητο.

Είναι χώρος ζωής. Και η αξία του δεν μετριέται σε πίνακες και κατατάξεις, αλλά στους ανθρώπους που διαμορφώνει — ειδικά στους πιο αόρατους.