Έλλειμμα 14,1 δισ. ευρώ: Το σιωπηλό ρήγμα στην οικονομία που μεγαλώνει

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ενώ η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από επιμέρους ειδήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις, ένα κρίσιμο μακροοικονομικό μέγεθος παραμένει εκτός κεντρικής ατζέντας: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Το 2025 διαμορφώθηκε στα 14,1 δισ. ευρώ και το 2024 στα 16,9 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, η χώρα εισήγαγε αγαθά και υπηρεσίες αξίας δισεκατομμυρίων περισσότερων από όσα εξήγαγε. Κατανάλωσε περισσότερο απ’ ό,τι παρήγαγε. Και η διαφορά αυτή καλύφθηκε με δανεισμό ή με εκποίηση περιουσιακών στοιχείων προς το εξωτερικό.

Η εικόνα είναι απλή: αν ένα νοικοκυριό εισπράττει 1.500 ευρώ τον μήνα και δαπανά 2.000, τα 500 ευρώ της διαφοράς προέρχονται από δανεικά. Όσο συνεχίζεται αυτή η πρακτική, το χρέος διογκώνεται. Το ίδιο συμβαίνει και σε εθνικό επίπεδο. Το εξωτερικό χρέος ,δημόσιο και ιδιωτικό, έχει ήδη ξεπεράσει τα 584 δισ. ευρώ, από περίπου 410 δισ. το 2018.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι χώρες σπανίως οδηγούνται σε κρίση αποκλειστικά λόγω του δημοσίου χρέους. Η εξωτερική ανισορροπία, δηλαδή η χρόνια εξάρτηση από ξένα κεφάλαια για να χρηματοδοτείται η κατανάλωση και οι εισαγωγές, είναι συχνά ο πραγματικός μηχανισμός αποσταθεροποίησης.

Στο παρελθόν, η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος επιβλήθηκε μέσω της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης». Στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής που συμφωνήθηκαν με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μειώθηκαν ονομαστικά μισθοί και συντάξεις ώστε να περιοριστεί η κατανάλωση και κατ’ επέκταση οι εισαγωγές. Το έλλειμμα πράγματι συρρικνώθηκε. Το κόστος όμως ήταν βαρύ: βαθιά ύφεση, μαζικές πτωχεύσεις, τραπεζική αποσταθεροποίηση, εκτόξευση μη εξυπηρετούμενων δανείων και δραματική απώλεια εισοδημάτων.

Η εμπειρία εκείνης της περιόδου δείχνει ότι η συρρίκνωση της ζήτησης μέσω φτωχοποίησης δεν αποτελεί βιώσιμη στρατηγική. Η μακροπρόθεσμη λύση δεν μπορεί να είναι η μείωση της κατανάλωσης δια της εξάντλησης της κοινωνίας, αλλά η αύξηση της παραγωγικής βάσης.

Αυτό σημαίνει επενδύσεις στην εγχώρια μεταποίηση, στην αγροτική παραγωγή, στην τεχνολογία και στην ενεργειακή αυτάρκεια. Σημαίνει υποκατάσταση εισαγωγών όπου αυτό είναι εφικτό και ενίσχυση εξαγωγικού προσανατολισμού με προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Σημαίνει επίσης αλλαγή καταναλωτικών προτύπων προς εγχώρια προϊόντα, όχι ως σύνθημα αλλά ως οικονομική στρατηγική.

Εάν η δομική ανισορροπία παραμείνει, η οικονομία θα συνεχίσει να εξαρτάται από εξωτερική χρηματοδότηση για να διατηρεί το επίπεδο διαβίωσης. Και όταν οι διεθνείς συνθήκες γίνουν δυσμενείς, είτε μέσω αύξησης επιτοκίων είτε μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων, το περιθώριο αντίδρασης θα είναι περιορισμένο.

Η ιστορία της προηγούμενης κρίσης δείχνει ότι οι μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν εξαφανίζονται επειδή δεν συζητούνται. Αντίθετα, συσσωρεύονται. Και όταν μετατραπούν σε κοινωνική πίεση, η ένταση επιστρέφει στη δημόσια ζωή. Η καταδίκη της βίας είναι αυτονόητη. Όμως η πρόληψη προϋποθέτει αντιμετώπιση των αιτιών που τη γεννούν.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε στατιστικό πίνακα. Είναι δείκτης βιωσιμότητας. Και όταν παραμένει υψηλό και επίμονο, λειτουργεί ως προειδοποιητική ένδειξη ότι το παραγωγικό υπόδειγμα χρειάζεται αναθεώρηση , πριν το επιβάλουν οι συνθήκες.