ΣΚΙΕΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΛΙΜΑΝΙΑ, ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΚΑΙ ΒΙΟΜΕΤΡΙΚΑ: ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ Epstein–Barak ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΖΑ ΣΤΗ ΝΙΓΗΡΙΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Νέα αποκαλυπτικά emails που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης φωτίζουν ένα πολυεπίπεδο πλέγμα σχέσεων, όπου ο χρηματοδότης Jeffrey Epstein, ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Ehud Barak και κορυφαία στελέχη επιχειρηματικών κολοσσών φέρονται να διασταύρωσαν γεωπολιτική, ασφάλεια και ενεργειακά συμφέροντα με επίκεντρο τη Νιγηρία.

Η DP World, τα λιμάνια και ο ρόλος διαμεσολαβητή

Το καλοκαίρι του 2018, σύμφωνα με την αλληλογραφία, ο Epstein διευκόλυνε επαφές μεταξύ του τότε προέδρου του νιγηριανού κρατικού επενδυτικού ταμείου Jide Zeitlin και του επικεφαλής της DP World, Sultan Ahmed bin Sulayem, για επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς στο Λάγος και το Badagry.

Η εμιρατινή εταιρεία φέρεται να αξίωνε πλήρη έλεγχο του λιμανιού προκειμένου να επενδύσει σε βιομηχανική ζώνη, κάτι που δεν είχε επιτευχθεί σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις με νιγηριανές κυβερνήσεις. Μετά τον θάνατο του Epstein το 2019, η DP World απέκτησε πλειοψηφικό πακέτο σε πάροχο logistics στη Νιγηρία και ενίσχυσε την παρουσία της στο Λάγος.

Από την Boko Haram στα «δοκιμασμένα στο πεδίο» βιομετρικά

Παράλληλα με τις επιχειρηματικές διαμεσολαβήσεις, ο Barak αξιοποίησε την κρίση ασφαλείας που προκαλούσε η Boko Haram για να προωθήσει ισραηλινές λύσεις ασφάλειας. Ισραηλινές εταιρείες πρόβαλλαν τεχνολογίες «field-tested», όρος που παραπέμπει σε εφαρμογές σε παλαιστινιακά εδάφη.

Κεντρικό ρόλο είχε η FST Biometrics, στην οποία ο Barak επένδυσε το 2015. Η τεχνολογία της, βασισμένη σε «in-motion identification», είχε προηγουμένως αναπτυχθεί σε πρωτότυπη μορφή στο πέρασμα Erez μεταξύ Γάζας και Ισραήλ, με σύστημα γνωστό ως «Βασιλεία». Στη Νιγηρία, πιλοτική εφαρμογή εγκαταστάθηκε στο Πανεπιστήμιο Babcock, με βιομετρικούς ελέγχους σε αίθουσες, κοιτώνες και χώρους λατρείας.

Η συνεργασία αυτή άνοιξε τον δρόμο για ευρύτερη θεσμική διασύνδεση: το 2020, η Παγκόσμια Τράπεζα υποστήριξε πρόγραμμα κυβερνοασφάλειας της Νιγηρίας σε συνεργασία με την Εθνική Διεύθυνση Κυβερνοχώρου του Ισραήλ και την Toka Group, εταιρεία που συνίδρυσε ο Barak.

Πετρέλαιο, κυρώσεις και ολιγάρχες

Τα emails δείχνουν ότι ο Epstein δεν περιοριζόταν σε λιμενικές συμφωνίες. Φέρεται να βοήθησε τον Zeitlin να διαχειριστεί ζητήματα που άπτονταν αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος επιχειρηματιών όπως ο Oleg Deripaska και ο Ivan Glasenberg της Glencore.

Η Νιγηρία, ως κορυφαίος παραγωγός πετρελαίου στην Αφρική, αποτελούσε στρατηγικό στόχο. Σε προγενέστερη περίοδο, ο Epstein είχε επιδιώξει συμφωνίες αντιστάθμισης φορτίων αργού και διασυνδέσεις με πολιτικά πρόσωπα της Δυτικής Αφρικής, ενώ διατηρούσε επαφές με τραπεζικούς και επενδυτικούς κύκλους της Νέας Υόρκης.

Διπλωματία παρασκηνίου και Ισραήλ–Εμιράτα

Πολύ πριν από τις Abraham Accords, οι επαφές Epstein–Barak με εμιρατινούς και ισραηλινούς παράγοντες φαίνεται ότι λειτουργούσαν ως άτυπος δίαυλος. Η DP World υπέβαλε προσφορά για το λιμάνι της Χάιφα μετά την εξομάλυνση των σχέσεων το 2020, αν και τελικά επικράτησε άλλος επενδυτής.

Ταυτόχρονα, ο Barak διατηρούσε επαφές με ρωσικούς και ισραηλινούς επιχειρηματικούς ομίλους, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία ασφάλειας ως «κλειδί» για ενεργειακές και υποδομιακές συμφωνίες.

Ένα ενιαίο εγχειρίδιο δράσης

Το νήμα που συνδέει τις επιμέρους κινήσεις είναι σαφές:

  1. Αντιτρομοκρατική ή κυβερνο-συνεργασία ως δίαυλος πρόσβασης.
  2. Εγκατάσταση τεχνολογικών υποδομών επιτήρησης.
  3. Μετατόπιση σε επενδύσεις λιμένων, ενέργειας και logistics.

Η υπόθεση εγείρει ερωτήματα για τη διαπλοκή ιδιωτικών συμφερόντων, κρατικής ασφάλειας και γεωπολιτικής επιρροής σε μια από τις πιο ευάλωτες περιοχές της Αφρικής. Παρότι πολλά από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα αρνούνται παράνομη δραστηριότητα, το υλικό της αλληλογραφίας σκιαγραφεί ένα δίκτυο όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου συμφέροντος και ιδιωτικού κέρδους εμφανίζονται θολά.

Το βέβαιο είναι ότι η Νιγηρία αποτέλεσε πεδίο δοκιμής όχι μόνο για βιομετρικούς σαρωτές, αλλά και για ένα μοντέλο άσκησης επιρροής που συνδύαζε ασφάλεια, επενδύσεις και υψηλή διπλωματία, με πρωταγωνιστές πρόσωπα που κινούνταν ταυτόχρονα σε όλους αυτούς τους κόσμους.