«Ένα μπουκέτο με… υποσημειώσεις: Τα τριαντάφυλλα του Αγίου Βαλεντίνου και το αόρατο φορτίο φυτοφαρμάκων»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Η 14η Φεβρουαρίου θεωρείται η πιο εμπορική ημέρα για την παγκόσμια ανθοκομία. Εκατοντάδες εκατομμύρια τριαντάφυλλα διακινούνται στην ευρωπαϊκή αγορά, με τις ανθοδέσμες να αλλάζουν χέρια ως σύμβολα έρωτα.

Ωστόσο, εργαστηριακοί έλεγχοι στην Ολλανδία που αποτελεί  τον βασικό κόμβο εισαγωγής λουλουδιών στην Ευρώπη, έφεραν στο φως μια λιγότερο ρομαντική πραγματικότητα: υψηλά επίπεδα υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων, ακόμη και ουσιών που έχουν απαγορευθεί εντός της ΕΕ.

Σύμφωνα με αναλύσεις που πραγματοποίησε το Pesticide Action Network Netherlands (PAN-NL), 17 τυχαία επιλεγμένες ανθοδέσμες εξετάστηκαν σε ολλανδικά σημεία πώλησης. Από αυτές, πέντε ήταν αποκλειστικά τριαντάφυλλα, οκτώ μικτές ανθοδέσμες και τέσσερις τουλίπες. Κανένα δείγμα δεν βρέθηκε «καθαρό».

Ιδιαίτερα τα κόκκινα τριαντάφυλλα εμφάνισαν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση: σε μία περίπτωση εντοπίστηκαν ίχνη 26 διαφορετικών φυτοφαρμάκων, εκ των οποίων τα 13 δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στην ΕΕ. Η συνολική συγκέντρωση στο συγκεκριμένο δείγμα έφτασε τα 65,8 mg/kg.

Μεταξύ των δραστικών ουσιών που καταγράφηκαν συγκαταλέγονται:

  • Clofentezine, που έχει συνδεθεί με διαταραχές του θυρεοειδούς.
  • Carbendazim, ουσία που έχει χαρακτηριστεί ως πιθανώς καρκινογόνα και τοξική για την αναπαραγωγή.
  • Chlorfenapyr, εντομοκτόνο υψηλής τοξικότητας σε μεγάλες δόσεις.

Από τις 79 δραστικές ουσίες που ανιχνεύθηκαν συνολικά, σχεδόν το ένα τρίτο είναι απαγορευμένες ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα στην ΕΕ και στις Κάτω Χώρες. Το 78% των ουσιών αξιολογήθηκε από το PAN-NL ως δυνητικά επικίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή/και το περιβάλλον. Στο «κοκτέιλ» περιλαμβάνονται νευροτοξίνες, ενδοκρινικοί διαταράκτες και ουσίες με πιθανές καρκινογόνες επιδράσεις.

Αν και πάνω από τα μισά τριαντάφυλλα που πωλούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο διακινούνται μέσω Ολλανδίας, η καλλιέργεια γίνεται κυρίως σε τρίτες χώρες. Η Kenya, η Colombia και η Ethiopia αποτελούν βασικούς προμηθευτές, χάρη στο ευνοϊκό κλίμα και στο χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Σε αρκετές από αυτές τις χώρες, το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη χρήση φυτοφαρμάκων είναι λιγότερο αυστηρό από το ευρωπαϊκό.

Ο καθηγητής David Bek από το Coventry University, που μελετά τη διεθνή αλυσίδα εφοδιασμού λουλουδιών, έχει περιγράψει τις φάρμες γύρω από τη λίμνη Naivasha στην Κένυα ως «εργοστάσια λουλουδιών»: τεράστιες θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις όπου οι καλλιέργειες ψεκάζονται επανειλημμένα σε όλα τα στάδια, ιδίως πριν από την εξαγωγή, ώστε να πληρούνται τα φυτοϋγειονομικά πρότυπα εισαγωγής.

Οι επιπτώσεις δεν αφορούν μόνο τους καταναλωτές που αγγίζουν ή διατηρούν τα λουλούδια σε εσωτερικούς χώρους, αλλά κυρίως τους εργαζομένους στις φάρμες και στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Η συστηματική έκθεση σε μείγματα φυτοφαρμάκων έχει συνδεθεί με αναπνευστικά προβλήματα, δερματικές παθήσεις και ενδοκρινικές διαταραχές.

Παράλληλα, η απόρριψη λουλουδιών με υπολείμματα σε κομποστοποίηση ή σε οργανικά απορρίμματα ενδέχεται να συμβάλλει στη διάχυση τοξικών ουσιών στο περιβάλλον.

Το PAN-NL συνιστά την επιλογή εποχιακών, βιολογικά καλλιεργημένων λουλουδιών ή διακοσμητικών φυτών με πιστοποιήσεις χαμηλής χημικής επιβάρυνσης. Για τα ήδη αγορασμένα μπουκέτα, η σύσταση είναι να απορρίπτονται μαζί με τα σύμμεικτα απορρίμματα, ώστε να αποφεύγεται η επανεισαγωγή υπολειμμάτων στο φυσικό οικοσύστημα μέσω κομποστοποίησης.

Η συζήτηση γύρω από τα «χημικά τριαντάφυλλα» αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: την αντίφαση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή απαγόρευση συγκεκριμένων ουσιών και την παράλληλη εισαγωγή προϊόντων που έχουν παραχθεί με αυτές. Σε μια περίοδο που η βιωσιμότητα και η ιχνηλασιμότητα γίνονται κεντρικά ζητήματα για τους καταναλωτές, ακόμη και ένα απλό μπουκέτο αποκτά πολιτική και περιβαλλοντική διάσταση.