ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΣ “ΜΑΚΙΓΙΑΖ” 2.300.000 ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΑΑΔΕ !

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ας τεθεί το βασικό ερώτημα χωρίς περιστροφές: γιατί χρειάζεται διαφήμιση η Εφορία;

Η ΑΑΔΕ δεν είναι επιχείρηση που ανταγωνίζεται στην αγορά. Δεν επιδιώκει να αυξήσει «μερίδιο αγοράς». Ο ρόλος της είναι η επιβολή και είσπραξη φόρων βάσει νόμου.

Αν ο στόχος είναι η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, τότε αυτό επιτυγχάνεται με σταθερό φορολογικό πλαίσιο, ισονομία στους ελέγχους και ταχύτητα στην απονομή διοικητικής δικαιοσύνης, όχι με επικοινωνιακές καμπάνιες υψηλού κόστους.

Σε μια χώρα που χρεοκόπησε μέσα από χρόνια δημοσιονομικής ασυδοσίας, η είδηση ότι διατίθενται 2,3 εκατομμύρια ευρώ για rebranding της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) δεν μπορεί να περάσει ως μια απλή «τεχνική» σύμβαση επικοινωνίας.

Δεν πρόκειται για αλλαγή λογοτύπου.

Πρόκειται για πολιτική επιλογή με ισχυρό συμβολισμό: το κράτος επιλέγει να επενδύσει στην εικόνα της φορολογικής του μηχανής, αντί να αποδείξει στην πράξη την αποτελεσματικότητα και τη δικαιοσύνη της.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο αιχμηρό όταν το έργο συνδέεται με επιχειρηματικό σχήμα που σχετίζεται με την εταιρεία δημοσκοπήσεων MRB, η οποία το προηγούμενο διάστημα βρέθηκε σε διαδικασίες οικονομικής αναδιάρθρωσης.

Η είσοδος νέου επενδυτή και η ανάληψη σύμβασης εκατομμυρίων από συνδεδεμένη εταιρεία μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη, αλλά πολιτικά δημιουργεί εύλογες απορίες. Σε μια ώριμη δημοκρατία, η νομιμότητα είναι το ελάχιστο. Η διαφάνεια και η ηθική επάρκεια είναι το ζητούμενο.

Το ποσό των 2,3 εκατ. ευρώ δεν είναι αμελητέο. Σε περιβάλλον υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης και κοινωνικών πιέσεων, κάθε ευρώ δημοσίου χρήματος οφείλει να αιτιολογείται με μετρήσιμη απόδοση.

Ποιο είναι το business case; Ποιοι δείκτες απόδοσης (KPIs) έχουν τεθεί;

Πώς θα αποδειχθεί ότι η επένδυση αυτή αυξάνει τα δημόσια έσοδα ή περιορίζει τη φοροδιαφυγή; Χωρίς σαφείς απαντήσεις, η σύμβαση κινδυνεύει να εκληφθεί ως επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού.

Η ελληνική κρίση δεν ήταν ατύχημα. Ήταν αποτέλεσμα διαχρονικής κακοδιαχείρισης, πελατειακών δικτύων και απουσίας λογοδοσίας.

Η κοινωνία έχει γίνει εξαιρετικά καχύποπτη απέναντι σε κάθε μεγάλη δημόσια δαπάνη που δεν συνδέεται άμεσα με παραγωγική αναβάθμιση ή κοινωνική ανάγκη.

Όταν μάλιστα εμπλέκονται εταιρείες του χώρου των δημοσκοπήσεων, ενός πεδίου που επηρεάζει ευθέως την πολιτική ατζέντα, η ανάγκη για καθαρούς κανόνες και πλήρη δημοσιοποίηση στοιχείων είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Το κλίμα επιβαρύνεται περαιτέρω από πρόσφατες υποθέσεις που αγγίζουν θεσμικούς φορείς, όπως η υπόθεση που αφορά τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ), πάντα με απόλυτο σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.

Όταν οι πολίτες βλέπουν σκιές σε διαφορετικά επίπεδα του δημόσιου βίου, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Και η εμπιστοσύνη δεν αγοράζεται με rebranding.

Το κράτος δεν χρειάζεται καλύτερο λογότυπο. Χρειάζεται αξιοπιστία. Δεν χρειάζεται διαφημιστικό αφήγημα.

Χρειάζεται σταθερότητα κανόνων, ισονομία και λογοδοσία.

Σε διαφορετική περίπτωση, τέτοιες συμβάσεις δεν εκλαμβάνονται ως εκσυγχρονισμός, αλλά ως επανάληψη μιας νοοτροπίας που οδήγησε τη χώρα σε δημοσιονομικό αδιέξοδο.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό: θα επιμείνει το Δημόσιο στη λογική της εικόνας ή θα επενδύσει στην ουσία;

Γιατί αν η ιστορία της κρίσης δίδαξε κάτι, είναι ότι η βιτρίνα δεν σώζει όταν τα θεμέλια παραμένουν αδύναμα.