500 ΕΚΑΤ. ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ: ΤΟ ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ ΠΟΥ ΕΚΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η ιστορία του εκσυγχρονισμού των παροπλισμένων αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας P-3B Orion εξελίσσεται σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες εξοπλιστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών. Έντεκα χρόνια μετά την κυβερνητική απόφαση του 2015, το ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη καταβάλει περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς όμως το Πολεμικό Ναυτικό να έχει εντάξει ούτε ένα πλήρως επιχειρησιακό αεροσκάφος στον στόλο του.

Η απόφαση ελήφθη από το ΚΥΣΕΑ επί πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα, με εισηγητή τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο. Το πρόγραμμα παρουσιαζόταν ως λύση που θα αναβάθμιζε έως πέντε αεροσκάφη και θα ενίσχυε άμεσα τις επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας. Σήμερα, ωστόσο, η πραγματικότητα μοιάζει πολύ διαφορετική, καθώς η καθυστέρηση έχει ξεπεράσει τα αρχικά χρονοδιαγράμματα κατά χρόνια.


Η υπόθεση επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο όταν ο νυν υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας διέταξε ειδικό οικονομικό έλεγχο, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Ωστόσο, στο σχετικό έγγραφο τίθενται κρίσιμα ερωτήματα: πότε έγινε αντιληπτό ότι το πρόγραμμα εκτροχιάζεται, ποιοι γνώριζαν την κατάσταση, γιατί δεν εξετάστηκε έδω και 6,5 χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη η αναθεώρηση ή ακόμη και η ακύρωσή του, και αν συνεχίστηκαν πληρωμές ενώ ήταν εμφανές ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις δύσκολα θα τηρούνταν.

Το πιο αιχμηρό σημείο της υπόθεσης είναι ότι υπήρχαν προειδοποιήσεις ήδη πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Η ίδια η κατασκευάστρια εταιρεία, Lockheed Martin, είχε επισημάνει σε επιστολή του 2013 ότι η επανενεργοποίηση αεροσκαφών που είχαν αποσυρθεί ενδέχεται να απαιτούσε εκτεταμένες και απρόβλεπτες εργασίες, αυξάνοντας σημαντικά το ρίσκο σε χρόνο και κόστος. Με απλά λόγια, η επιλογή δεν θεωρούνταν ούτε χαμηλού κόστους ούτε ασφαλής.

Παρά τα δεδομένα αυτά, η τότε κυβέρνηση προχώρησε σε διακρατική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Το πρόγραμμα προέβλεπε διάρκεια περίπου επτά ετών, όμως σήμερα, σχεδόν έντεκα χρόνια μετά, ούτε το πρώτο αεροσκάφος δεν έχει καταστεί πλήρως επιχειρησιακό. Το γεγονός αυτό γεννά εύλογα ερωτήματα για το αν έγινε ρεαλιστική αξιολόγηση του έργου ή αν αγνοήθηκαν τεχνικές δυσκολίες που ήταν ήδη γνωστές.


Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η ηλικία των αεροσκαφών. Κατασκευασμένα τη δεκαετία του 1960 και αποκτηθέντα δωρεάν στις αρχές του ’90, είχαν ήδη κριθεί το 2009 από το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο ως οικονομικά ασύμφορα προς εκσυγχρονισμό. Έξι χρόνια αργότερα, η πολιτική ηγεσία αποφάσισε να επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια σε αυτά, επιλογή που σήμερα μοιάζει, για πολλούς, τουλάχιστον αντιφατική.

Το αποτέλεσμα είναι ένα πρόγραμμα που αρκετοί περιγράφουν ως «χρονικό προαναγγελθείσας αποτυχίας». Το Δημόσιο πλήρωσε το σύνολο σχεδόν του συμφωνημένου ποσού, ενώ το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού εξακολουθεί να περιμένει παραδόσεις που μετατίθενται συνεχώς.

Σύμφωνα με πληροφορίες από το News Bomb, η δικαστική διερεύνηση, η οποία ξεκίνησε μετά από μηνυτήρια αναφορά του απόστρατου αξιωματικού Παναγιώτη Σταμάτη, εξετάζει πιθανές ευθύνες όχι μόνο πολιτικών προσώπων αλλά και υπηρεσιακών παραγόντων. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται αποφάσεις, εισηγήσεις, καθώς και το κατά πόσο υπήρξε πλήρης και ακριβής ενημέρωση της ηγεσίας σε κάθε στάδιο.


Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι αν υπήρχε η δυνατότητα περιορισμού της ζημίας ήδη από το 2017 και γιατί δεν ενεργοποιήθηκαν τέτοιες διαδικασίες. Αν αποδειχθεί ότι υπήρχαν εναλλακτικές που δεν αξιοποιήθηκαν, τότε το ερώτημα δεν θα είναι μόνο τεχνικό αλλά και βαθιά πολιτικό.

Σήμερα, με την έκθεση των επιθεωρητών να αναμένεται έως τον Απρίλιο του 2026, η υπόθεση αποκτά χαρακτήρα δοκιμασίας λογοδοσίας. Γιατί όταν δαπανώνται δημόσιοι πόροι τέτοιου μεγέθους χωρίς απτό αποτέλεσμα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς τι πήγε στραβά, αλλά ποιος γνώριζε, ποιος αποφάσισε και ποιος τελικά θα αναλάβει την ευθύνη.

Γράφει ο Σαλαμινομάχος