Οργή διπλής κατεύθυνσης στους Εργατικούς: Οι βουλευτές στρέφονται και κατά Μάντελσον και κατά Στάρμερ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η υπόθεση του Πίτερ Μάντελσον έχει μετατραπεί σε μία από τις πιο εκρηκτικές πολιτικές κρίσεις για την κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ, καθώς φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις σχέσεις κορυφαίων Βρετανών πολιτικών με τον καταδικασμένο παιδόφιλο χρηματιστή Τζέφρι Επστάιν.

Ο Μάντελσον, ιστορικό στέλεχος των Εργατικών και μία από τις πιο επιδραστικές φιγούρες του κόμματος από την εποχή του Τόνι Μπλερ, είχε δημόσια παραδεχθεί στο παρελθόν προσωπική γνωριμία με τον Επστάιν,  σε σημείο που κάποτε τον είχε αποκαλέσει «καλό φίλο» του, για να ανασκευάσει αργότερα δηλώνοντας ότι «μετανιώνει που τον γνώρισε ποτέ».

Οι αποκαλύψεις για επαφές, συναντήσεις και επικοινωνίες του με τον Επστάιν, σε συνδυασμό με τη θέση του μέσα στο βρετανικό πολιτικό κατεστημένο, έχουν προκαλέσει σοκ, οργή και βαθιά δυσπιστία στο εσωτερικό των Εργατικών.

Στην κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ, ο Μάντελσον τοποθετήθηκε αρχικά ως ειδικός απεσταλμένος του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ (UK Ambassador to Washington / Special Envoy στις ΗΠΑ), μια καίρια διπλωματική θέση με πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο και τα κέντρα ισχύος της Ουάσινγκτον.

Η επιλογή του Στάρμερ να τον αξιοποιήσει σε τόσο υψηλό επίπεδο θεωρήθηκε πολιτικό ρίσκο εξαρχής, το οποίο σήμερα επιστρέφει ως μπούμερανγκ, καθώς η υπόθεση Επστάιν υπονομεύει τόσο την προσωπική του αξιοπιστία όσο και την κρίση του ίδιου του πρωθυπουργού.

Η κρίση που ξέσπασε γύρω από τον Πίτερ Μάντελσον έχει εξελιχθεί σε ευρύτερη πολιτική θύελλα για τον Κιρ Στάρμερ, αποκαλύπτοντας βαθιές ρωγμές στο εσωτερικό των Εργατικών και θέτοντας ευθέως υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της πρωθυπουργίας του.

Μόλις έξι εβδομάδες πριν, ο Στάρμερ διαβεβαίωνε δημοσίως ότι θα παρέμενε στη θέση του έως το 2027. Σήμερα, όμως, λίγοι εντός του κόμματός του δείχνουν να πιστεύουν πραγματικά σε αυτό το σενάριο. Η υπόθεση Μάντελσον δεν είναι απλώς ένα προσωπικό σκάνδαλο· λειτουργεί ως καταλύτης για συσσωρευμένη δυσαρέσκεια μηνών απέναντι στον τρόπο διακυβέρνησης του πρωθυπουργού.

Οι βουλευτές δηλώνουν σοκαρισμένοι και εξοργισμένοι με τη συμπεριφορά του Μάντελσον για τις σχέσεις του με τον Τζέφρι Επστάιν. Όμως η οργή τους στρέφεται πλέον και κατά του ίδιου του Στάρμερ. Αν και ο πρωθυπουργός δεν ευθύνεται για τις πράξεις του Μάντελσον, ήταν δική του πολιτική επιλογή να τον εμπιστευθεί και να τον επαναφέρει σε ρόλο επιρροής. Κάθε νέο στοιχείο που αποκαλύπτεται καθιστά εκείνη την απόφαση ολοένα πιο προβληματική.

Σύμφωνα με συνομιλίες με υπουργούς και κομματικά στελέχη, αυξάνεται η αίσθηση ότι ο Στάρμερ είτε αργά είτε σύντομα θα αναγκαστεί να αποχωρήσει. Ένας ανώτερος αξιωματούχος του κόμματος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δεν βλέπει πώς μπορεί να επιβιώσει πολιτικά». Άλλος υπουργός σημείωσε σκωπτικά ότι «κανείς δεν πιστεύει πως θα είναι ακόμη πρωθυπουργός το 2027».

Η κυβέρνηση προσπαθεί τώρα να περιορίσει τη ζημιά υποσχόμενη τη δημοσιοποίηση δεκάδων χιλιάδων emails και εγγράφων που σχετίζονται με τις επαφές Μάντελσον. Η κίνηση αυτή, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ως πρωτοβουλία διαφάνειας, αλλά ως αναγκαστική υποχώρηση μετά από πίεση της αντιπολίτευσης και ανταρσία βουλευτών των Εργατικών.

Σύμμαχοι του Στάρμερ ελπίζουν ότι τα έγγραφα θα αποδείξουν πως ο Μάντελσον παραπλάνησε τον πρωθυπουργό. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό συμβεί, πολλοί εντός της κυβέρνησης θεωρούν ότι η αντίδραση ήρθε πολύ αργά . Αυτό όπως λένε χαρακτηριστικά είναι είναι ένα μοτίβο που διακρινει  τη διακυβέρνηση Στάρμερ: σωστές αποφάσεις, αλλά με καθυστέρηση που ακυρώνει το πολιτικό όφελος.

Παράλληλα, η υπόθεση Μάντελσον επαναφέρει στην επιφάνεια παλαιότερες αντιφάσεις της κυβέρνησης, όπως οι παλινωδίες στο επίδομα καυσίμων και στις οικογενειακές παροχές. Πολλοί βουλευτές εκφράζουν αγανάκτηση ότι η κυβέρνηση ξοδεύει περισσότερο χρόνο διορθώνοντας τα δικά της λάθη παρά υλοποιώντας νέο πρόγραμμα.

Στο εσωτερικό των Εργατικών, πιθανοί διάδοχοι του Στάρμερ παρακολουθούν προσεκτικά. Ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ θεωρείται φιλόδοξος, αλλά διστάζει να κινηθεί ανοιχτά, ιδίως λόγω της στενής σχέσης του με τον Μάντελσον. Η Άντζελα Ρέινερ παραμένει επίσης πιθανή υποψήφια, όμως οι εκκρεμείς έρευνες για τις φορολογικές της υποθέσεις περιορίζουν την πολιτική της ευχέρεια.

Πέρα από τις εσωκομματικές ισορροπίες, το σκάνδαλο προκαλεί βαθιά ηθική ανησυχία. Πολλοί βουλευτές μιλούν για ανάγκη ριζικής αλλαγής πολιτικής κουλτούρας και απομάκρυνσης από πρακτικές που συνδέουν την εξουσία με αδιαφάνεια και αλαζονεία.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική παράλυση απειλεί τη συνοχή της κυβέρνησης. Μεγάλα νομοθετήματα καθυστερούν, ενώ η ηγεσία εμφανίζεται αδύναμη να επιβάλει καθαρή κατεύθυνση. Όπως είπε χαρακτηριστικά ανώτερος αξιωματούχος, «η κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνήσει με πυξίδα όταν ο καπετάνιος αμφισβητείται».

Ο Στάρμερ επιμένει δημοσίως ότι μπορεί να ανατρέψει το κλίμα και να επανακτήσει τον έλεγχο. Ωστόσο, το σκάνδαλο Μάντελσον έχει υπονομεύσει σοβαρά την αξιοπιστία του και έχει πείσει πολλούς εντός του κόμματός του ότι ίσως δεν είναι ο ηγέτης που θα τους οδηγήσει στις επόμενες εκλογές.

Καθώς οι αποκαλύψεις συνεχίζονται, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο Στάρμερ θα επιβιώσει πολιτικά, αλλά για πόσο ακόμη.