Το «το τζάμπα πέθανε» δεν ήταν φράση. Ήταν ομολογία.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Δεν ήταν ατυχής διατύπωση.
Δεν ήταν «κακή στιγμή».
Δεν ήταν επικοινωνιακό λάθος.

Το «το τζάμπα πέθανε», ειπωμένο σε έναν δάσκαλο που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του, ήταν μια καθαρή πολιτική ομολογία. Μια στιγμή απόλυτης ειλικρίνειας της εξουσίας απέναντι σε αυτούς που θεωρεί αναλώσιμους.

Το μήνυμα δεν χωρά παρερμηνείες:
Αν δεν αντέχεις να ζήσεις με τον μισθό σου, δεν μας αφορά.
Η φτώχεια σου δεν είναι κοινωνικό πρόβλημα, είναι δικό σου.

Αυτή η φράση δεν απευθύνεται απλώς στους εκπαιδευτικούς. Απευθύνεται σε όλους όσοι ζουν από τον μισθό τους και βλέπουν τη στέγη να μετατρέπεται σε πολυτέλεια. Και ειπώθηκε με άνεση. Με φυσικότητα. Σαν κάτι αυτονόητο.

Κι αυτό είναι το πιο ανησυχητικό.

Διότι όταν τέτοια λόγια βγαίνουν από ανθρώπους με οικονομική ασφάλεια, ακίνητη περιουσία και μηδενικό άγχος επιβίωσης, τότε δεν έχουμε απλώς κυνισμό. Έχουμε ταξική περιφρόνηση. Έχουμε μια πολιτική ελίτ που μιλά για «αγορά» σε ανθρώπους που παλεύουν να πληρώσουν ρεύμα και ενοίκιο.

Κανείς δεν ζήτησε «τζάμπα».
Ζητήθηκε το αυτονόητο: να μπορεί ένας δημόσιος λειτουργός να ζει από τη δουλειά του.
Και η απάντηση ήταν ένα φραστικό χαστούκι.

Ας τελειώνουμε με τα προσχήματα: αυτή η δήλωση δεν προσβάλλει μόνο τους δασκάλους. Προσβάλλει την ίδια την έννοια της κοινωνικής συνοχής. Λέει ξεκάθαρα ποιοι αξίζουν προστασία και ποιοι θεωρούνται κόστος.

Το «το τζάμπα πέθανε» δεν είναι απλώς ατάκα. Είναι το πολιτικό δόγμα μιας εξουσίας που θεωρεί φυσιολογικό κάποιοι να ζουν μόνιμα στο όριο — αρκεί να μην ενοχλούν.

Και ίσως, τελικά, αυτή να ήταν η πιο ειλικρινής στιγμή της.