Γερμανία: Νέες «μηχανές ανάπτυξης» αντί για παραδοσιακές εξαγωγές- Πόσο έτοιμη είναι η Γερμανία ;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η Γερμανία καλείται να αναζητήσει νέες πηγές ανάπτυξης, καθώς οι παραδοσιακές εξαγωγικές της δυνάμεις δεν αρκούν πλέον για την τόνωση της οικονομίας, τόνισε η υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche σε δηλώσεις της στην Κάτω Βουλή.

Η Reiche επισήμανε ότι οι τομείς που κινούν σήμερα την παγκόσμια ανάπτυξη περιλαμβάνουν την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη, τις νέες ενεργειακές τεχνολογίες, τη βιοτεχνολογία, τα προηγμένα υλικά και την αμυντική βιομηχανία. «Το κεντρικό ερώτημα είναι πώς θα διασφαλίσουμε την ευημερία, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική ειρήνη σε αυτή τη νέα κατάσταση», δήλωσε η υπουργός, υπογραμμίζοντας την πρόκληση που φέρνει η κατακερματισμένη παγκόσμια οικονομία.

Η γερμανική κυβέρνηση μείωσε πρόσφατα τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη: για το 2026 εκτιμάται πλέον 1,0% αντί 1,3% που είχε αρχικά προβλεφθεί, ενώ για το 2027 η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται στο 1,3% αντί 1,4%. Η Reiche απέδωσε την επιβράδυνση στην αυξημένη αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπόριο και στην καθυστερημένη εφαρμογή των δημοσιονομικών και οικονομικών μέτρων.

Στο πλαίσιο αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων, η κυβέρνηση ακολουθεί διττή στρατηγική: επενδύσεις στις υποδομές, την προστασία του κλίματος και την άμυνα, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Σύμφωνα με την υπουργό, οι δημόσιες επενδύσεις αντιστοιχούν μόνο στο 16% του συνόλου των επενδύσεων, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της ιδιωτικής συμμετοχής στην ανάπτυξη.

Η πρόταση για στροφή σε νέους, δυναμικούς τομείς θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της γερμανικής ανταγωνιστικότητας σε μια εποχή όπου οι παραδοσιακές εξαγωγές δεν αρκούν πια να στηρίξουν την οικονομία.

Είναι η Γερμανία έτοιμη να υλοποιήσει αυτή την παραγωγική μετάβαση; 

Η  Γερμανία δεν διαθέτει ακόμη πλήρως ώριμες υποδομές σε όλους αυτούς τους τομείς.

Η ψηφιοποίηση προχωρά με αργούς ρυθμούς, ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ οι επενδύσεις σε AI και βιοτεχνολογία βρίσκονται ακόμα στη φάση εφαρμογής των ερευνητικών δυνατοτήτων.

Αντίστοιχα, η αμυντική βιομηχανία και οι τεχνολογίες προηγμένων υλικών χρειάζονται περισσότερη ιδιωτική συμμετοχή για να γίνουν ανταγωνιστικές σε παγκόσμια κλίμακα.

Παράλληλα, η Γερμανία αντιμετωπίζει έντονα ενεργειακά προβλήματα.

Η μετάβαση από ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια σε ανανεώσιμες πηγές δεν έχει ολοκληρωθεί.

Οι εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου παραμένουν αναγκαίες, ενώ η υποδομή για αποθήκευση και μεταφορά ενέργειας είναι ακόμα περιορισμένη. Η αβεβαιότητα αυτή αυξάνει το κόστος για νοικοκυριά και βιομηχανία, και μειώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η προσπάθεια ανάπτυξης πράσινου υδρογόνου, ηλιακών πάρκων και αιολικών δεν καλύπτει ακόμη πλήρως τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας, με αποτέλεσμα διακυμάνσεις στην προσφορά και κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση υιοθετεί διττή στρατηγική: δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, άμυνα και προστασία του κλίματος, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Η δημόσια χρηματοδότηση καλύπτει μόλις το 16% των συνολικών επενδύσεων, καθιστώντας απαραίτητη τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα για την επιτάχυνση της ανάπτυξης.

Η πρόκληση για τη Γερμανία είναι διπλή: να αξιοποιήσει τα ερευνητικά και τεχνολογικά της πλεονεκτήματα για να δημιουργήσει νέες «μηχανές ανάπτυξης» και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει την ενεργειακή αβεβαιότητα που θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η επιτυχία σε αυτά τα δύο μέτωπα θα καθορίσει αν η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα παραμείνει πρωτοπόρος ή θα περιοριστεί σε ρόλο παρατηρητή σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύ ρυθμό.