Στο χείλος νέας πυρηνικής κούρσας: Η λήξη της New START και το επικίνδυνο κενό ισχύος

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Ο κόσμος εισέρχεται σε μια από τις πιο αβέβαιες φάσεις στρατηγικής ασφάλειας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία πλησιάζουν στη λήξη της συνθήκης New START χωρίς σαφή συμφωνία αντικατάστασης ή έστω προσωρινής παράτασης.

Αν δεν υπάρξει συμφωνία της τελευταίας στιγμής, για πρώτη φορά εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες δεν θα ισχύει κανένα δεσμευτικό πλαίσιο που να περιορίζει τα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη.

Η New START, που υπογράφηκε το 2010, έθεσε αυστηρά όρια τόσο στον αριθμό των ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών όσο και στα μέσα μεταφοράς τους – διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους εκτοξευόμενους από υποβρύχια και στρατηγικά βομβαρδιστικά. Πέρα όμως από τους αριθμούς, η συνθήκη λειτούργησε ως μηχανισμός διαφάνειας: επέβαλε ανταλλαγή δεδομένων και επιθεωρήσεις, μειώνοντας τον κίνδυνο παρερμηνειών και αιφνιδιαστικών κινήσεων.

Η Μόσχα έχει προτείνει τη διατήρηση των υφιστάμενων ορίων για έναν ακόμη χρόνο, προκειμένου να υπάρξει χρόνος διαπραγμάτευσης για ένα νέο πλαίσιο. Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, εμφανίζεται διχασμένη.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η συνθήκη είναι ξεπερασμένη και ότι απαιτείται μια «καλύτερη συμφωνία», ενώ σημαντική μερίδα πολιτικών και στρατηγικών αναλυτών θεωρεί ότι οι περιορισμοί της New START δεσμεύουν υπερβολικά τις ΗΠΑ σε μια εποχή που το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει δραστικά.

Κομβικός παράγοντας σε αυτή τη μεταβολή είναι η Κίνα.

Το Πεκίνο αναπτύσσει με ταχείς ρυθμούς το πυρηνικό του οπλοστάσιο, χωρίς να δεσμεύεται από συμφωνίες ελέγχου όπλων. Παρότι εξακολουθεί να διαθέτει λιγότερες κεφαλές από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, η ανοδική του πορεία δημιουργεί για την Ουάσινγκτον το πρωτοφανές σενάριο ταυτόχρονης αποτροπής δύο πυρηνικών ανταγωνιστών.

Η Κίνα, από την πλευρά της, απορρίπτει τις πιέσεις να συμμετάσχει σε τριμερείς συνομιλίες, υποστηρίζοντας ότι τα δικά της αποθέματα δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα των άλλων δύο.

Χωρίς συνθήκη, το στρατηγικό περιβάλλον γίνεται αυτομάτως πιο ασταθές. Κάθε πλευρά θα είναι υποχρεωμένη να σχεδιάζει με βάση τα χειρότερα δυνατά σενάρια για τις προθέσεις της άλλης, γεγονός που ενισχύει έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας και εξοπλισμών.

Επιπλέον, η Ρωσία έχει ήδη παρουσιάσει νέα οπλικά συστήματα  όπως υπερηχητικούς πυραύλους και υποβρύχιες πυρηνικές πλατφόρμες, που δεν καλύπτονται από την υφιστάμενη αρχιτεκτονική ελέγχου όπλων.

Αντίστοιχα, οι αμερικανικοί σχεδιασμοί για προηγμένα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας προκαλούν έντονες ανησυχίες στη Μόσχα, η οποία τα θεωρεί απειλή για τη στρατηγική ισορροπία.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η συζήτηση έχει και έντονη οικονομική διάσταση. Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των πυρηνικών δυνάμεων, με νέα υποβρύχια, βομβαρδιστικά και πυραύλους, συνεπάγεται τεράστιο κόστος για τις επόμενες δεκαετίες.

Οι υποστηρικτές του ελέγχου των εξοπλισμών προειδοποιούν ότι μια ανεξέλεγκτη αύξηση των πυρηνικών κεφαλών δεν ενισχύει την ασφάλεια, αλλά απλώς εκτοξεύει τις δαπάνες και αυξάνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης.

Αντίθετα, όσοι τάσσονται υπέρ της απόρριψης της ρωσικής πρότασης υποστηρίζουν ότι η εμπιστοσύνη έχει ήδη διαρραγεί, ιδιαίτερα μετά τη διακοπή των επιθεωρήσεων και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Κατά την άποψή τους, η αποτροπή απέναντι σε δύο πυρηνικές δυνάμεις απαιτεί μεγαλύτερη ευελιξία και ισχύ από εκείνη που επέτρεπε η New START.

Το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τις διμερείς σχέσεις Ουάσινγκτον–Μόσχας.

Η κατάρρευση του τελευταίου πυλώνα ελέγχου των στρατηγικών όπλων θα μπορούσε να σηματοδοτήσει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής περιορισμών και να ανοίξει τον δρόμο για μια νέα, πολυπολική πυρηνική κούρσα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο κίνδυνος λάθους, παρεξήγησης ή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης αυξάνεται δραματικά, με συνέπειες που δεν περιορίζονται μόνο στις μεγάλες δυνάμεις, αλλά αγγίζουν την παγκόσμια ασφάλεια στο σύνολό της.