ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΚΟΡΟΪΔΑ.. ΤΟ ΣΤΗΝΟΥΝ ΤΟ ΜΑΓΑΖΑΚΙ “H NEΡΑΪΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ” (ΣΑΜΑΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ) ME ANΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ο Αντώνης Σαμαράς λοιπόν φαίνεται πως ακυρώνει τελικά την ίδρυση κόμματος και συντάσσεται με την Μαρία Καρυστιανού. Δεν είναι κάτι που πέφτει ως κεραυνός εν αιθρία.

Γνωρίζουμε εδώ και καιρό πως η Μαρία Καρυστιανού απευθύνθηκε εδώ και καιρό στον Αντώνη Σαμαρά για να την βοηθήσει στη δημιουργία του κόμματος της. Δεν το έχει διαψεύσει κανείς αυτό, είναι αλήθεια.

Μια νέα λοιπόν κωλοτούμπα και αυτοδιάψευση της ίδιας, καθώς είχε δηλώσει πως δεν πρόκειται να συνεργαστεί με κανέναν από το «παλαιό κομματικό σύστημα». Συμπλέει λοιπόν με τον Αντώνη Σαμαρά (μένει να δούμε αν θα γίνει φανερά ή κρυφά), για την επαναφορά της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Μάλιστα. Πάμε να δούμε τι συνέβη κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά, στη Δικαιοσύνη που τώρα θέλε να την επαναφέρει;

Η Δικαιοσύνη ως εργαλείο εξουσίας Η περίοδος διακυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά άφησε πίσω της ένα καθαρό θεσμικό αποτύπωμα: τη μετατροπή της Δικαιοσύνης από ανεξάρτητο πυλώνα σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως πρακτική. Η υπόθεση με τον περιβόητο «παναθηναϊκάκια» δεν ήταν ατυχής φραστική εκτροπή. Ήταν ομολογία νοοτροπίας. Η παραδοχή ότι δικαστικοί κρίνονται με πολιτικά, όχι θεσμικά κριτήρια. Ότι υπάρχουν «δικοί μας» και «άλλοι». Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία αυτό θα προκαλούσε σεισμό. Τότε, κατόρθωσαν να το μαζέψουν. Το πραγματικό σημείο κατάρρευσης, όμως, ήταν ο Παναγιώτης Μπαλτάκος. Ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης συνομιλούσε απ´ ευθείας με στελέχη της Χρυσή Αυγή και δήλωνε τότε, χωρίς περιστροφές, ότι η δίωξη της εγκληματικής οργάνωσης έγινε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Πάει το κράτος δικαίου. Εκεί καταρρέει κάθε αφήγημα «θεσμικής ευθύνης».

Όταν η κυβέρνηση παραδέχεται ότι παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη για να ρυθμίσει πολιτικούς συσχετισμούς, δεν έχουμε απλώς θεσμικό ολίσθημα. Έχουμε κυνισμό εξουσίας. Τότε λοιπόν εμπεδώθηκε η ιδέα ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι όριο της πολιτικής, αλλά παράρτημά της. Ότι μπορεί να επιταχύνει, να καθυστερεί ή να «ενεργοποιείται» κατά παραγγελία. Αυτό το προηγούμενο δεν εξαφανίστηκε. Κληροδοτήθηκε. Και όταν μια κοινωνία συνηθίζει να βλέπει τη Δικαιοσύνη ως πολιτικό εργαλείο, τότε δεν απομένει τίποτα όρθιο. Ούτε εμπιστοσύνη. Ούτε δημοκρατία.

 

Κ.Κ.