Merz – Meloni: Ο νέος άξονας ισχύος στην Ευρώπη και το τέλος της γαλλογερμανικής αποκλειστικότητας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μια περίοδο σιωπηλής αλλά ουσιαστικής αναδιάταξης ισορροπιών. Ο παραδοσιακός γαλλογερμανικός «κινητήρας», που επί δεκαετίες καθόριζε τον ρυθμό και την κατεύθυνση των ευρωπαϊκών αποφάσεων, εμφανίζει πλέον σοβαρές δυσλειτουργίες.

Σε αυτό το κενό, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αναζητά νέους στρατηγικούς εταίρους και βρίσκει στη Ρώμη (και προσωπικά στην Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι) έναν σύμμαχο με κοινές επιδιώξεις και συγκλίνοντα συμφέροντα.

Η προσέγγιση Βερολίνου–Ρώμης δεν είναι τυχαία ούτε συγκυριακή. Ο Μερτς, αντιμέτωπος με μια όλο και πιο δύσκολη συνεννόηση με το Παρίσι, επιλέγει να ευθυγραμμιστεί με την Ιταλία σε καίρια ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής: από το εμπόριο και τη βιομηχανική στρατηγική, έως την άμυνα και τη διαχείριση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Μελόνι, από την πλευρά της, αξιοποιεί την ευκαιρία για να αναβαθμίσει τον ρόλο της Ιταλίας στο ευρωπαϊκό κέντρο λήψης αποφάσεων, εμφανίζοντάς τη ως ισότιμο πυλώνα δίπλα στη Γερμανία.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σύγκλιση παίζει η κοινή δυσφορία απέναντι στη στάση της Γαλλίας. Το Βερολίνο θεωρεί ότι το Παρίσι παρεμποδίζει κρίσιμες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως η εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur, την οποία η γερμανική βιομηχανία αντιμετωπίζει ως στρατηγικό άνοιγμα για τις εξαγωγές της. Παράλληλα, οι εντάσεις γύρω από κοινά αμυντικά προγράμματα και τη γενικότερη ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική ενισχύουν την αίσθηση ότι η γαλλογερμανική σύμπραξη δεν λειτουργεί πλέον ως παλιά.

Σε αυτό το περιβάλλον, η συνεργασία με την Ιταλία αποκτά πρακτική και πολιτική λογική. Οι δύο κυβερνήσεις προωθούν κοινές πρωτοβουλίες στον τομέα της άμυνας, με έμφαση στη βιομηχανική συνεργασία και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής παραγωγής. Παράλληλα, εργάζονται πάνω σε ένα κοινό πλαίσιο θέσεων για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, παρουσιάζοντας τις χώρες τους ως τους βασικούς βιομηχανικούς πυλώνες της ηπείρου.

Η πολιτική «χημεία» μεταξύ Μερτς και Μελόνι αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Και οι δύο κινούνται στον χώρο της δεξιάς, με έντονο ατλαντικό προσανατολισμό, επιδιώκοντας τη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με την Ουάσινγκτον και την αποφυγή ανοιχτών συγκρούσεων με τον Ντόναλντ Τραμπ. Σε αντίθεση με τη συχνά αντιφατική και συγκρουσιακή τακτική του Γάλλου προέδρου, Βερολίνο και Ρώμη εμφανίζονται πιο πραγματιστικά, επενδύοντας στον διάλογο και στη διαχείριση των εντάσεων.

Ωστόσο, ο νέος αυτός άξονας δεν στερείται αντιφάσεων. Υπάρχουν σαφείς διαφορές, ιδιαίτερα στα δημοσιονομικά. Η Ιταλία παραδοσιακά στηρίζει μια πιο ευέλικτη ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική, ενώ η Γερμανία διατηρεί τον ρόλο του θεματοφύλακα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παρ’ όλα αυτά, και εδώ παρατηρείται μια μερική σύγκλιση: η Ρώμη επιχειρεί να περιορίσει τις δαπάνες της, ενώ το Βερολίνο αποδέχεται αυξημένες δημόσιες επενδύσεις, κυρίως για υποδομές και άμυνα.

Σε βάθος χρόνου, η συνεργασία Merz–Meloni μοιάζει περισσότερο με έναν «γάμο συμφέροντος» παρά με μια πλήρως εναρμονισμένη στρατηγική συμμαχία. Βασίζεται σε συγκεκριμένες συγκυρίες, εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και κοινά μέτωπα απέναντι στη Γαλλία, όχι σε ένα ενιαίο όραμα για το μέλλον της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, το μήνυμα είναι σαφές: η ΕΕ δεν κινείται πλέον αποκλειστικά γύρω από τον άξονα Παρισιού–Βερολίνου.

Η ανάδυση του δίδυμου Γερμανίας–Ιταλίας σηματοδοτεί μια νέα φάση πολυκεντρικής ισχύος στην Ευρώπη. Αν αυτή η σύμπραξη θα εξελιχθεί σε σταθερό πυλώνα ή θα παραμείνει μια τακτική σύγκλιση, θα κριθεί από τις επόμενες κρίσεις. Προς το παρόν, όμως, ένα είναι βέβαιο: το ευρωπαϊκό παιχνίδι ισχύος παίζεται πλέον με περισσότερους παίκτες και λιγότερες βεβαιότητες.