Δικαστικό ορόσημο στις αγωγές κατά της Johnson & Jonson: «Πράσινο φως» σε εμπειρογνώμονες για πιθανή σύνδεση του ταλκ με καρκίνο Αναλυτικό άρθρο:

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Μια κρίσιμη εξέλιξη στη μακροχρόνια δικαστική διαμάχη γύρω από τα προϊόντα ταλκ της Johnson & Johnson (J&J) καταγράφηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς δικαστικά διορισμένος ειδικός πλοίαρχος εισηγήθηκε να επιτραπεί στους ενάγοντες να παρουσιάσουν στη δίκη μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων που υποστηρίζουν ότι η χρήση προϊόντων ταλκ της εταιρείας μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με τον καρκίνο των ωοθηκών. Η εισήγηση αυτή θεωρείται σημαντική νίκη για δεκάδες χιλιάδες γυναίκες που έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη.

Η σύσταση προέρχεται από τη συνταξιούχο ομοσπονδιακή δικαστή Φρέντα Γούλφσον, η οποία, σε έκθεση 658 σελίδων, έκρινε ότι οι εμπειρογνώμονες των εναγόντων βασίστηκαν σε επιστημονικά αποδεκτές και αξιόπιστες μεθοδολογίες. Σύμφωνα με την ίδια, οι επιδημιολογικές μελέτες –πριν και μετά το 2020– δείχνουν, στο σύνολό τους, μια θετική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της χρήσης ταλκ στα γεννητικά όργανα και της εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών.

Η υπόθεση αφορά περισσότερες από 67.500 αγωγές που έχουν συγκεντρωθεί στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Νιου Τζέρσεϊ. Η εισήγηση της Γούλφσον ανοίγει τον δρόμο ώστε οι υποθέσεις να προχωρήσουν προς την πρώτη ομοσπονδιακή δίκη, πιθανόν εντός του 2026. Την τελική απόφαση, ωστόσο, θα λάβει ο δικαστής Μάικλ Σιπ, ο οποίος μπορεί να εξετάσει ενστάσεις και από τις δύο πλευρές πριν υιοθετήσει ή απορρίψει τις συστάσεις.

Παράλληλα, η Γούλφσον εισηγήθηκε να επιτραπεί και η κατάθεση εμπειρογνωμόνων που προτείνει η ίδια η J&J, οι οποίοι αντικρούουν τη θεωρία περί καρκινογόνου δράσης του ταλκ. Υπογράμμισε ότι ο ρόλος της δεν ήταν να κρίνει ποια πλευρά έχει δίκιο, αλλά να αποφανθεί εάν οι μέθοδοι των ειδικών πληρούν τα αυστηρά επιστημονικά κριτήρια ώστε να παρουσιαστούν στους ενόρκους.

Ταυτόχρονα, η ειδικός πλοίαρχος απέκλεισε ορισμένες θεωρίες των εναγόντων, όπως εκείνη που συνέδεε βαρέα μέταλλα και χημικά αρώματα στα προϊόντα της εταιρείας με τον καρκίνο, καθώς και τον ισχυρισμό ότι το ταλκ μπορεί να φτάσει στις ωοθήκες μέσω εισπνοής. Για άλλα αιτήματα αποκλεισμού μαρτυριών, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί μετά από ακροάσεις που θα πραγματοποιηθούν εντός των επόμενων εβδομάδων.

Η Johnson & Johnson αντέδρασε έντονα. Ο επικεφαλής των νομικών της υποθέσεων, Έρικ Χάας, χαρακτήρισε την εισήγηση λανθασμένη και προανήγγειλε προσφυγή στον δικαστή Σιπ. Υποστήριξε ότι ο ειδικός πλοίαρχος δεν άσκησε επαρκώς τον «ρόλο του φύλακα πύλης» που προβλέπει ο νόμος, δηλαδή τον αυστηρό έλεγχο της επιστημονικής αξιοπιστίας των μελετών που επικαλούνται οι ενάγοντες.

Από την πλευρά τους, οι δικηγόροι των γυναικών κάνουν λόγο για δικαίωση. Όπως δήλωσε ο Κρις Τίζι, η έκθεση αποδεικνύει ότι οι αγωγές στηρίζονται σε ουσιαστικά επιστημονικά δεδομένα και ότι, μετά από χρόνια καθυστερήσεων, οι οικογένειες των θυμάτων θα έχουν επιτέλους την ευκαιρία να ακουστούν στο δικαστήριο.

Η υπόθεση έχει μακρύ ιστορικό. Η J&J σταμάτησε να πωλεί παιδική πούδρα με βάση το ταλκ στις ΗΠΑ το 2020, αντικαθιστώντας τη με προϊόν από άμυλο καλαμποκιού, ενώ επιμένει ότι τα προϊόντα της είναι ασφαλή και δεν περιέχουν αμίαντο. Τα τελευταία χρόνια, η εταιρεία επιχείρησε επανειλημμένα να επιλύσει τη διαμάχη μέσω διαδικασιών πτώχευσης, προσπάθειες που απορρίφθηκαν τρεις φορές από τα δικαστήρια.

Στο παρελθόν, ορισμένες υποθέσεις σε πολιτειακά δικαστήρια οδήγησαν σε τεράστιες αποζημιώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα ετυμηγορία 4,69 δισ. δολαρίων υπέρ 22 γυναικών, αν και αρκετά ποσά μειώθηκαν σε δεύτερο βαθμό. Παράλληλα, η J&J αντιμετωπίζει και αγωγές που συνδέουν το ταλκ με το μεσοθηλίωμα, έναν σπάνιο αλλά θανατηφόρο καρκίνο, με πρόσφατες αποφάσεις να επιδικάζουν αποζημιώσεις άνω του 1,5 δισ. δολαρίων.

Η τελευταία αυτή εξέλιξη δεν κλείνει την υπόθεση, αλλά επαναφέρει στο επίκεντρο το βασικό ερώτημα: αν και σε ποιο βαθμό τα προϊόντα ταλκ της Johnson & Johnson μπορούν να θεωρηθούν επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία. Το ερώτημα αυτό αναμένεται πλέον να απαντηθεί ενώπιον ενόρκων, σε μια από τις πιο πολυσύνθετες και δαπανηρές δικαστικές μάχες στον χώρο της φαρμακοβιομηχανίας.