Πώς ο Λευκός Οίκος πείστηκε να μην χτυπήσει το Ιράν

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Τις πρωινές ώρες της Τετάρτης, τόσο σε μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής όσο και στην Ουάσινγκτον επικρατούσε η πεποίθηση ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος επρόκειτο να δώσει το πράσινο φως για αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Τεχεράνης — μια κίνηση που θα αποτελούσε τη δεύτερη σημαντική επίδειξη αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος μέσα σε λίγες εβδομάδες, μετά την τολμηρή επιχείρηση της Delta Force στη Βενεζουέλα για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του.

Ενδεικτικά της κλιμάκωσης ήταν η είσοδος του αντιτορπιλικού USS Roosevelt στον Περσικό Κόλπο, η ενημέρωση των συμμάχων για πιθανή αμερικανική δράση, η εντολή εκκένωσης προσωπικού από τη βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, καθώς και οι δηλώσεις Τραμπ προς τους Ιρανούς διαδηλωτές ότι «η βοήθεια έρχεται».

Το σημείο καμπής και οι λόγοι ανατροπής

Η κρίσιμη αλλαγή επήλθε όταν ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ ενημέρωσε τον Πρόεδρο ότι η ιρανική κυβέρνηση είχε ακυρώσει τις προγραμματισμένες εκτελέσεις περίπου 800 ατόμων — πληροφορία που επιβεβαιώθηκε την επόμενη ημέρα από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το οποίο βασίζεται σε τουλάχιστον 12 νυν και πρώην αξιωματούχους των ΗΠΑ και της περιοχής, η στροφή του Τραμπ αντανακλούσε:

Έντονες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις

Ανησυχίες για πιθανή αποσταθεροποίηση άλλης χώρας της Μέσης Ανατολής
Περιορισμούς ακόμη και της τεράστιας αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής

Το Πεντάγωνο εξέφραζε φόβους ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτη «πυρκαγιά» στην περιοχή, ενώ παρόμοιες επιφυλάξεις διατύπωσε το Ισραήλ. Παράλληλα, βασικοί σύμμαχοι όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επικοινώνησαν με τον Λευκό Οίκο ζητώντας αυτοσυγκράτηση και προώθηση διπλωματικής λύσης, επικαλούμενοι τον κίνδυνο ευρύτερης αστάθειας.
Κρίσιμο ρόλο φαίνεται να έπαιξε η διαπίστωση ότι μια επίθεση θα ήταν χαοτική, με πιθανές οικονομικές αναταράξεις, κίνδυνο γενικευμένου πολέμου και απειλές για τους περίπου 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες στην περιοχή — σε αντίθεση με τις στοχευμένες, «εφάπαξ» επιχειρήσεις του πρόσφατου παρελθόντος.

Διαφωνίες στο εσωτερικό του επιτελείου

Στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου καταγράφηκαν αντίθετες φωνές:

Ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε τις επιθέσεις, θεωρώντας ότι ο Τραμπ όφειλε να τηρήσει την «κόκκινη γραμμή» που είχε θέσει κατά των δολοφονιών διαδηλωτών.
Ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ παρουσίασε στον Πρόεδρο βίντεο με τη βία του καθεστώτος κατά των διαδηλωτών.
Αντίθετα, ο Στιβ Γουίτκοφ και η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς τάχθηκαν υπέρ της προσοχής, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ πρότεινε να δοθεί χρόνος στις οικονομικές κυρώσεις.

Μετά την εξέταση των στρατιωτικών επιλογών από το Πεντάγωνο και τις υπηρεσίες πληροφοριών, ο Τραμπ κατέληξε ότι τα αρνητικά υπερέβαιναν κατά πολύ τα όποια οφέλη — μια απόφαση που περιγράφεται ως «ανάλυση κόστους-οφέλους».

Διπλωματικές παρεμβάσεις και επικοινωνίες

Κομβική υπήρξε η επικοινωνία του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί με τον Γουίτκοφ, μέσω της οποίας η Τεχεράνη μετέφερε την ακύρωση των εκτελέσεων. Παράλληλα, ηγετικά στελέχη από Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κατάρ, Ομάν και Αίγυπτο, καθώς και ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, πίεσαν τηλεφωνικά υπέρ της αποκλιμάκωσης.
Ακόμη και το Ισραήλ, μέσω του πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ζήτησε από τον Τραμπ να μην προχωρήσει, καθώς δεν ήταν πλήρως έτοιμο αμυντικά χωρίς ισχυρή αμερικανική ναυτική παρουσία.

Προς το παρόν η στρατιωτική επιλογή έχει παγώσει, αν και παραμένει ανοιχτή, ιδίως όταν το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln φτάσει στην περιοχή τις επόμενες εβδομάδες. Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν τεθεί σε υψηλή ετοιμότητα για τουλάχιστον τον επόμενο μήνα.