ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ: ΓΙΑΤΙ Η ΡΩΣΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Για δεκαετίες, το πετρέλαιο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ρωσικής οικονομίας, πολύ περισσότερο από τις εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Η πιθανότητα μιας απότομης πτώσης των διεθνών τιμών, με αφορμή τις αμερικανικές κινήσεις γύρω από τις πετρελαϊκές υποδομές της Βενεζουέλας, έχει προκαλέσει συζητήσεις για το κατά πόσο η Μόσχα θα μπορούσε να δεχτεί σοβαρό πλήγμα. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως και, εφόσον αυξήσει σημαντικά την παραγωγή της, θα μπορούσε να πιέσει τις τιμές, περιορίζοντας τα έσοδα των βασικών εξαγωγέων.

Την ίδια στιγμή, οι δυτικές κυρώσεις σε μεγάλες ρωσικές εταιρείες ενέργειας, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του ρουβλίου, έχουν περιορίσει τις εισπράξεις από τις πωλήσεις πετρελαίου σε δολάρια. Κάποιοι εκτιμούν ότι μετά από χρόνια στρατιωτικών δαπανών και γεωπολιτικής πίεσης, το ρωσικό κράτος βρίσκεται σε ευάλωτη θέση και ότι μια σοβαρή πτώση των τιμών θα μπορούσε να επηρεάσει τη χρηματοδότηση της πολεμικής του μηχανής.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα είναι πιο σύνθετη απ’ όσο παρουσιάζεται.

Η ρωσική οικονομία έχει επιβραδυνθεί, κυρίως επειδή το κράτος επιχειρεί να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, αλλά δεν έχει καταρρεύσει. Οι προβλέψεις για το 2026 δείχνουν χαμηλή ανάπτυξη, όχι όμως ύφεση. Τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, η φορολογία αυξάνεται και η ανεργία κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, εν μέρει λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού. Πολλοί νέοι έχουν στρατολογηθεί, ενώ αρκετές οικογένειες έχουν μετακινηθεί εκτός χώρας.

Τα εισοδήματα των νοικοκυριών είχαν ενισχυθεί προσωρινά μέσω κρατικών παροχών, όμως πλέον φαίνεται πως θα σταθεροποιηθούν. Η κυβέρνηση μεταφέρει σταδιακά μέρος του οικονομικού βάρους από το κέντρο προς τις περιφέρειες, μειώνοντας συνταξιοδοτικές δαπάνες και περιορίζοντας τις επενδύσεις στην εκπαίδευση. Σε αυτό το περιβάλλον, η ιδιωτική επιχειρηματικότητα παραμένει επιφυλακτική, καθώς τα ρίσκα είναι αυξημένα.

Κάποιοι επιχειρούν να συγκρίνουν τη Ρωσία με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι οι κυρώσεις και η διεθνής απομόνωση μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομική ασφυξία και κοινωνικές αναταράξεις. Όμως, η ρωσική οικονομία έχει διαφορετική δομή, μεγαλύτερη αυτάρκεια και σημαντική δυνατότητα εσωτερικής χρηματοδότησης. Το κράτος διατηρεί ισχυρό έλεγχο και μπορεί να κατευθύνει πόρους εκεί που θεωρεί κρίσιμους.

Από το 2022, η Ρωσία έχει αναπτύξει ένα εναλλακτικό σύστημα μεταφοράς και εμπορίας πετρελαίου, μέσω ενός λεγόμενου «σκιώδους στόλου», που της επιτρέπει να συνεχίζει τις εξαγωγές προς χώρες όπως η Τουρκία, η Ινδία και η Κίνα. Παρότι η δυναμικότητα αυτού του μηχανισμού δεν είναι απεριόριστη, έχει προσφέρει μια σημαντική δικλείδα ασφαλείας απέναντι στις δυτικές πιέσεις.

Το Κρεμλίνο έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της οικονομίας σε μια κατάσταση παρατεταμένης πίεσης, περιορίζοντας τις εξωτερικές εξαρτήσεις και αυξάνοντας την εσωτερική φορολόγηση για να καλύψει απώλειες εσόδων. Αν και τα αποθέματα μειώνονται και το μερίδιο του πετρελαίου στα κρατικά έσοδα έχει συρρικνωθεί, το κράτος συνεχίζει να χρηματοδοτεί τις βασικές του ανάγκες.

Παράλληλα, η πολιτική αφήγηση στη Ρωσία παρουσιάζει τη σύγκρουση όχι ως πόλεμο με την Ουκρανία, αλλά ως ευρύτερη αντιπαράθεση με τη Δύση. Αυτό επιτρέπει στη Μόσχα να διατηρεί υψηλό επίπεδο κοινωνικής συσπείρωσης, ενώ σημαντικοί εμπορικοί εταίροι συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια.

Δεν πρόκειται απλώς για οικονομικούς δείκτες, αλλά για πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται σε επίπεδο κοινοβουλίου, καθορίζοντας το πώς θα μοιραστεί το βάρος της προσαρμογής ανάμεσα στο κράτος, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες.

Η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις και μακροπρόθεσμα κινδυνεύει να βρεθεί σε κατάσταση στασιμότητας. Όμως, βραχυπρόθεσμα, ακόμη και μια απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου δεν αρκεί από μόνη της για να προκαλέσει κατάρρευση. Το σύστημα έχει αναδιαρθρωθεί έτσι ώστε να αντέχει σε πιέσεις, έστω και με κόστος για την καθημερινότητα των πολιτών.

Γράφει ο Σαλαμινομάχος