Σι Τζινπίνγκ: «Αναπόφευκτη» η επανένωση με την Ταϊβάν – Μήνυμα ισχύος μετά τα στρατιωτικά γυμνάσια

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Με σαφές πολιτικό και γεωστρατηγικό μήνυμα, ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ επανέλαβε τη δέσμευση του Πεκίνου για την «επανένωση» της Κίνας με την Ταϊβάν, στην καθιερωμένη πρωτοχρονιάτικη ομιλία του προς το έθνος.

Η τοποθέτησή του ήρθε μόλις μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση εκτεταμένων κινεζικών στρατιωτικών ασκήσεων γύρω από το νησί, γεγονός που προσέδωσε ιδιαίτερο βάρος και συμβολισμό στα λεγόμενά του.

Ο Σι χαρακτήρισε την επανένωση «ιστορική αναγκαιότητα» και «τάση της εποχής», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια διαδικασία που δεν μπορεί να ανακοπεί.

Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της, παρά το γεγονός ότι το νησί λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως αυτοδιοικούμενη οντότητα με δική του κυβέρνηση, στρατό και δημοκρατικά εκλεγμένη ηγεσία.

Το Πεκίνο έχει ξεκαθαρίσει επανειλημμένα ότι διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής βίας, εάν κρίνει πως οι πολιτικές εξελίξεις στην Ταϊβάν ή η διεθνής εμπλοκή ξεπερνούν τις «κόκκινες γραμμές» του.

Η χρονική συγκυρία της ομιλίας δεν θεωρείται τυχαία. Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός είχε ολοκληρώσει δύο ημέρες ασκήσεων με πραγματικά πυρά γύρω από την Ταϊβάν, στις οποίες συμμετείχαν ναυτικές, αεροπορικές και πυραυλικές δυνάμεις, καθώς και η ακτοφυλακή.

Τα σενάρια προσομοίωναν αποκλεισμό κρίσιμων λιμανιών και περικύκλωση του νησιού, στέλνοντας μήνυμα επιχειρησιακής ετοιμότητας. Σύμφωνα με την Ταϊπέι, χρησιμοποιήθηκαν εκατοντάδες πολεμικά αεροσκάφη, ενώ εκτοξεύθηκαν δεκάδες πύραυλοι, ορισμένοι εκ των οποίων κατέληξαν σε θαλάσσιες ζώνες κοντά στην ακτογραμμή της Ταϊβάν.

Παρότι οι ασκήσεις ολοκληρώθηκαν επισήμως, η ένταση δεν αποκλιμακώθηκε πλήρως. Ταϊβανέζικες αρχές ανέφεραν ότι κινεζικά πολεμικά πλοία και σκάφη της ακτοφυλακής παρέμειναν στην ευρύτερη περιοχή, ενώ εντοπίστηκαν και αερόστατα επιτήρησης, ένα εκ των οποίων κινήθηκε πάνω από τη βόρεια πλευρά του νησιού. Η κατάσταση διατήρησε τις ένοπλες δυνάμεις της Ταϊβάν σε αυξημένη επιφυλακή.

Αναλυτές συνδέουν τις ασκήσεις τόσο με τον ετήσιο στρατιωτικό σχεδιασμό του Πεκίνου όσο και με τις πρόσφατες αποφάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών να εγκρίνουν νέες πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, συνολικής αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Κίνα αντιμετωπίζει τέτοιες κινήσεις ως άμεση παρέμβαση στα εσωτερικά της ζητήματα και ως υπονόμευση της πολιτικής της «Μίας Κίνας».

Στο δεύτερο μέρος της ομιλίας του, ο Σι Τζινπίνγκ επιχείρησε να σκιαγραφήσει μια εικόνα της Κίνας ως υπεύθυνης παγκόσμιας δύναμης, που επιδιώκει πολυμερή συνεργασία και διεθνή διάλογο.

Αναφέρθηκε σε σημαντικές διεθνείς συναντήσεις που φιλοξενήθηκαν εντός του 2025, όπως η Σύνοδος Κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, στην οποία συμμετείχαν ηγέτες από τη Ρωσία, την Ινδία και την Τουρκία.

Παράλληλα, η τηλεοπτική μετάδοση της ομιλίας συνοδεύτηκε από εικόνες μεγάλης στρατιωτικής παρέλασης που πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 80 χρόνια από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η παρουσία του Σι δίπλα στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν και τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν στην παρέλαση αυτή σχολιάστηκε διεθνώς ως ένδειξη μιας νέας γεωπολιτικής σύγκλισης, την οποία ορισμένοι αναλυτές περιγράφουν ως πρόκληση προς τη δυτική παγκόσμια τάξη.

Στο κινεζικό αφήγημα, η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος παρουσιάζεται ως απαραίτητο εργαλείο για τη διασφάλιση της ειρήνης και της εθνικής κυριαρχίας.

Η Ταϊβάν βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του οράματος.

Το Πεκίνο επιδιώκει όχι μόνο τον έλεγχο του νησιού, αλλά και τη διεθνή αναγνώριση της θέσης ότι η Ταϊβάν αποτελεί τμήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

Ωστόσο, δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των κατοίκων της Ταϊβάν απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο, προτιμώντας τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος ή ακόμη και την ενίσχυση της διεθνούς της αυτονομίας.

Οι πρόσφατες στρατιωτικές κινήσεις της Κίνας προκάλεσαν αντιδράσεις από μια σειρά κρατών, μεταξύ των οποίων ευρωπαϊκές χώρες, κράτη της Ασίας-Ειρηνικού και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε με έντονο ύφος, κατηγορώντας τις κυβερνήσεις αυτές για παρεμβατισμό και υποστηρίζοντας ότι παραβιάζουν τις δεσμεύσεις τους έναντι της αρχής της «Μίας Κίνας».

Στο εσωτερικό της Ταϊβάν, ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε υιοθέτησε σκληρή ρητορική στη δική του πρωτοχρονιάτικη ομιλία, προειδοποιώντας για τις αυξανόμενες φιλοδοξίες του Πεκίνου και δεσμευόμενος να υπερασπιστεί την εθνική κυριαρχία του νησιού.

Παράλληλα, κάλεσε τα κόμματα της αντιπολίτευσης να σταματήσουν να μπλοκάρουν νομοσχέδια που αφορούν την ενίσχυση του αμυντικού προϋπολογισμού, τονίζοντας ότι η συγκυρία δεν επιτρέπει πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Πέρα από τα γεωπολιτικά, ο Σι Τζινπίνγκ αφιέρωσε μέρος της ομιλίας του στα επιτεύγματα της Κίνας στον τομέα της τεχνολογίας και του πολιτισμού. Αναφέρθηκε σε καινοτομίες στη ρομποτική, σε διαστημικές αποστολές εξερεύνησης, αλλά και στη διεθνή επιτυχία κινεζικών πολιτιστικών προϊόντων, τα οποία, όπως είπε, ενισχύουν τη «μαλακή ισχύ» της χώρας. Κλείνοντας, εξέφρασε αισιοδοξία για την πορεία της κινεζικής οικονομίας, εκτιμώντας ότι οι στόχοι ανάπτυξης παραμένουν εφικτοί, παρά τις διεθνείς προκλήσεις.

Η ομιλία του Σι, στο σύνολό της, ανέδειξε τη στρατηγική της Κίνας για τα επόμενα χρόνια: συνδυασμό στρατιωτικής αποτροπής, διπλωματικής διεκδίκησης και εσωτερικής οικονομικής και τεχνολογικής ενίσχυσης, με την Ταϊβάν να παραμένει ο κεντρικός κόμβος μιας αντιπαράθεσης που συνεχίζει να ανησυχεί τη διεθνή κοινότητα.