ΑΚΡΙΒΕΙΑ & ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ: ΠΩΣ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΙΣΧΥΡΩΝ ΚΡΑΤΟΥΝ ΨΗΛΑ ΤΙΣ ΤΙΜΕΣ ΣΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΑΓΑΘΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η ακρίβεια παραμένει πρώτο ζήτημα για την κοινωνία. Αυτό κρατά ανοιχτή την συζήτηση για τον «πληθωρισμό της απληστίας» και για το αν οι αυξήσεις των τιμών δεν ήταν μόνο εισαγόμενες και ενεργειακές, αλλά και αποτέλεσμα της ισχυρής τιμολογιακής δύναμης των μεγάλων εταιρειών.

Τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν αφήνουν περιθώριο για εύκολες υπεκφυγές.

Σε ανάλυση για την ευρωζώνη, το ΔΝΤ αποδίδει το 45% της μεταβολής του αποπληθωριστή κατανάλωσης στην περίοδο 2022Q1 έως 2023Q1 στα εγχώρια κέρδη, έναντι 40% στις τιμές των εισαγωγών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, στην κορύφωση του κύματος ακρίβειας, το «κόστος» δεν ήταν η μόνη εξήγηση. Υπήρξε και κερδοφορία που πέρασε στις τελικές τιμές.

Η πιο πρόσφατη έρευνα που παρουσιάστηκε από το CEPR και στηρίζεται σε εργασία της Τράπεζας των Διεθνών Διακανονισμών δείχνει κάτι ακόμη πιο συγκεκριμένο για την δομή της αγοράς.

Η μελέτη χρησιμοποιεί 2,9 δισ. συναλλαγές σε επίπεδο barcode από 16 οικονομίες για την περίοδο 2005 έως το 2022 και καταλήγει ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες ο «παράγοντας» εταιρεία, εξηγεί μεγάλο μέρος των διακυμάνσεων του πληθωρισμού.

 Στο βασικό αποτέλεσμα για τις ανεπτυγμένες οικονομίες, η συνιστώσα των μεγάλων επιχειρήσεων ευθύνεται για το 41% της διακύμανσης του πληθωρισμού, ενώ οι κατηγορίες προϊόντων για ακόμη ενα 15%, δηλαδή 56% συνολικά στην περίοδο του 2005 έως το 2020.

Οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες συγκεντρώνουν δυσανάλογο μερίδιο πωλήσεων και εξηγούν μεγάλο μέρος αυτής της επίδρασης.

Αυτό έχει άμεση σημασία για την πολιτική που εφαρμόζεται.

Η ίδια εργασία επισημαίνει ότι σε συγκεντρωμένες αγορές η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής γίνεται πιο αργά και εμφανίζεται ακόμη και το λεγόμενο «price puzzle», δηλαδή μετά από αύξηση επιτοκίων ο πληθωρισμός μπορεί αρχικά να ανεβαίνει, με την άνοδο να συνδέεται κυρίως με τις μεγάλες επιχειρήσεις.

 Με απλά λόγια, τα επιτόκια δεν πιάνουν το ίδιο όταν λίγοι παίκτες κρατούν τις τιμές.

Στην Ελλάδα, δεν είναι άσχετο το θέμα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος σε σύνοψη της Έκθεσης για την Νομισματική Πολιτική απο το 2022 έως το 2023 αναφέρει ότι τα περιθώρια του κέρδους αυξήθηκαν, κάτι που αποδίδεται σε μη ανταγωνιστικές συνθήκες στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

 Επιπλέον, δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία ανάλυσης για το 2022 περιγράφουν εικόνα όπου τα κέρδη είχαν ισχυρή συμβολή στον αποπληθωριστή ΑΕΠ, ενώ το κόστος εργασίας δεν εμφανίζεται ως βασικός οδηγός.  Αυτό ακυρώνει την εύκολη γραμμή του «φταίνε οι μισθοί» και μεταφέρει το βάρος στην αγορά, στην εποπτεία και στην πολιτική βουληση/επιλογή.

Η κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε την ακρίβεια ως ζήτημα ισχύος στην αγορά. Τη χειρίστηκε επικοινωνιακά, με αποσπασματικά μέτρα, ελέγχους που δεν αλλάζουν τη δομή και με παρεμβάσεις που συχνά δεν ακουμπάνε τους μεγάλους προμηθευτές. Όταν τα δεδομένα δείχνουν ότι οι λίγοι παίκτες μπορούν να επηρεάζουν μαζικά τις τιμές, η λύση δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο στην  παρατήρηση της αγοράς… Χρειάζεται σύγκρουση με  τις πρακτικές τιμολόγησης.

Η κοινωνική πίεση παραμένει, και αυτό φαίνεται και στη δημόσια συζήτηση για τον προϋπολογισμό και το κόστος ζωής.

Σε διεθνή κάλυψη για την Ελλάδα, καταγράφεται ότι, παρά τις φαινομενικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, οι μισθοί εξακολουθούν και παραμένουν χαμηλότεροι από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ οι τιμές των τροφίμων και της στέγασης πιέζουν έντονα, με κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες να συνοδεύουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Η ακρίβεια αντιμετωπίζεται, σαφώς,  όταν πέφτουν οι τιμές και όταν περιορίζεται η δυνατότητα των ισχυρών να τις ανεβάζουν, με την Ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με πραγματική ανεξαρτησία και στοχευμένες κλαδικές έρευνες. με την υποχρεωτική διαφάνεια σε περιθώρια κέρδους σε κρίσιμες αλυσίδες, ειδικά τρόφιμα και βασικά αγαθά. Αυστηρές κυρώσεις όταν αποδεικνύεται συντονισμένη τιμολόγηση ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, με ρεαλιστική παραδοχή ότι η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν αρκεί, κάτι που έχει συζητηθεί και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέψεων αποκλιμάκωσης προς τον στόχο του 2% γύρω στο 2025…

Η ακρίβεια έχει και εγχώρια αιτία. Οι μεγάλες επιχειρήσεις επηρεάζουν τις τιμές δυσανάλογα. Η κυβέρνηση δεν έστησε μηχανισμό που να μειώνει αυτή την ισχύ.