Πρόσβαση στην υγεία: ένα δικαίωμα που παραμένει ζητούμενο για τα άτομα με αναπηρία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η πρόσβαση στην υγεία αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Για χιλιάδες όμως άτομα με αναπηρία, χρόνιες και σπάνιες παθήσεις στη χώρα μας, το δικαίωμα αυτό παραμένει στην πράξη περιορισμένο, επισφαλές και άνισο. Τα ευρήματα της Πανελλαδικής Έρευνας του Παρατηρητηρίου Θεμάτων Αναπηρίας της ΕΣΑμεΑ αποτυπώνουν με αφοπλιστική σαφήνεια μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

Εκτεταμένες ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας

Σύμφωνα με την έρευνα, το 31% των ατόμων με αναπηρία ή/και χρόνιες και σπάνιες παθήσεις αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία να λάβει τις υπηρεσίες υγείας που χρειάστηκε τα τελευταία δύο χρόνια. Τα ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών είναι εντυπωσιακά υψηλά:

  • 43% στερήθηκε αναγκαία οδοντιατρική φροντίδα
  • 40% δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει διαγνωστικές εξετάσεις
  • 39,5% δεν είχε πρόσβαση σε ιατρική εξέταση ή θεραπεία
  • 34% στερήθηκε φάρμακα ή φαρμακευτικά σκευάσματα
  • 33% υπηρεσίες αποκατάστασης
  • 30% υπηρεσίες ψυχικής υγείας

Ο βασικός λόγος πίσω από αυτές τις στερήσεις είναι ξεκάθαρος: η οικονομική επιβάρυνση. Πάνω από τα δύο τρίτα (68,3%) όσων δεν κάλυψαν αναγκαία ιατρική φροντίδα αναφέρουν ανεπαρκή ασφαλιστική κάλυψη ή υψηλό κόστος, ενώ ακολουθούν οι μεγάλες λίστες αναμονής και η έλλειψη εξειδικευμένων γιατρών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι το 51% όσων είχαν ανεκπλήρωτες ανάγκες σε φάρμακα αναφέρουν έλλειψη διαθεσιμότητας, στοιχείο που παραπέμπει σε δομικά προβλήματα της φαρμακευτικής πολιτικής και της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Υγεία ή βασικές ανάγκες; Ένα σκληρό δίλημμα

Η έρευνα αποκαλύπτει μια κοινωνική πραγματικότητα με έντονα χαρακτηριστικά φτωχοποίησης: το 78% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι αναγκάστηκε να μειώσει δαπάνες για βασικές ανάγκες – τρόφιμα, ρούχα, καθημερινή διαβίωση – προκειμένου να καλύψει ανελαστικές ανάγκες υγείας. Το φαινόμενο είναι εντονότερο στα χαμηλότερα εισοδήματα και στις μεγαλύτερες ηλικίες, επιβεβαιώνοντας ότι η αναπηρία και η χρόνια ασθένεια εξακολουθούν να λειτουργούν ως παράγοντες κοινωνικού αποκλεισμού.

Προσβασιμότητα: το αυτονόητο που δεν είναι δεδομένο

Μόλις 3 στους 10 ερωτώμενους αξιολογούν θετικά την προσβασιμότητα των δημόσιων δομών υγείας. Τα εμπόδια είναι πολλαπλά και αφορούν:

  • τη μετακίνηση προς τις δομές υγείας (μεγάλη ή κάποια δυσκολία για το 67,6%),
  • τη χρήση χώρων υγιεινής (ιδίως για άτομα με εγκεφαλική παράλυση και νευρομυϊκές παθήσεις),
  • την είσοδο σε κτίρια και την πρόσβαση σε ορόφους,
  • τον προσανατολισμό εντός των εγκαταστάσεων,
  • την παροχή πληροφόρησης σε κατανοητή και προσβάσιμη μορφή.

Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά δυσκολιών καταγράφονται σε άτομα με κινητικές, νοητικές, αισθητηριακές και νευρολογικές αναπηρίες, γεγονός που καταδεικνύει ότι η «καθολική προσβασιμότητα» παραμένει περισσότερο διακηρυγμένος στόχος παρά πραγματικότητα.

Χαμηλή αξιολόγηση ΕΟΠΥΥ και νοσοκομείων

Η συνολική αξιολόγηση των παροχών του ΕΟΠΥΥ κινείται μόλις στο 5,2/10, με τη φαρμακευτική περίθαλψη να καταγράφει την υψηλότερη βαθμολογία (6,36/10). Όλες οι υπόλοιπες παροχές – αποκατάσταση, ψυχική υγεία, πρόληψη, τεχνικά βοηθήματα – αξιολογούνται κάτω από τη βάση.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στη νοσοκομειακή περίθαλψη, με μέσο όρο 4,7/10. Οι χρόνοι αναμονής στα ΤΕΠ, η έλλειψη προσωπικού και βασικού υλικού φροντίδας αποτελούν βασικές αιτίες δυσαρέσκειας. Σχεδόν 1 στους 2 νοσηλευόμενους χρειάστηκε φροντίδα από μέλη της οικογένειας, ενώ ένα ποσοστό κατέφυγε σε ιδιωτική αποκλειστική νοσηλεία με δική του οικονομική επιβάρυνση – στοιχείο που αλλοιώνει τον δημόσιο χαρακτήρα της περίθαλψης.

Ψηφιακές υπηρεσίες: μια φωτεινή εξαίρεση με όρια

Η άυλη συνταγογράφηση αποτελεί τη μοναδική παράμετρο με σαφώς θετική εικόνα, καθώς χρησιμοποιείται συστηματικά από το 78,1% και συγκεντρώνει υψηλή ικανοποίηση. Ωστόσο, τα άτομα με αναπηρία – και ιδίως με νοητική αναπηρία – τη χρησιμοποιούν λιγότερο, ενώ η χρήση άλλων ψηφιακών υπηρεσιών παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, λόγω έλλειψης γνώσης, προσβασιμότητας και ψηφιακών δεξιοτήτων.

Εμπειρίες διάκρισης στο σύστημα υγείας

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το εύρημα ότι το 36,4% των ερωτώμενων δήλωσε πως ένιωσε τουλάχιστον μία φορά ότι αντιμετωπίστηκε διακριτικά αρνητικά όταν αναζήτησε ιατρική φροντίδα. Τα ποσοστά είναι υψηλότερα σε άτομα με εγκεφαλική παράλυση, σπάνιες παθήσεις, κώφωση, ψυχική και νευρομυϊκή αναπηρία, καταδεικνύοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οργανωτικό, αλλά και βαθιά πολιτισμικό και θεσμικό.

 

Σχόλιο: από τα δεδομένα στην πολιτική ευθύνη

Τα ευρήματα της έρευνας δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Η πρόσβαση στην υγεία για τα άτομα με αναπηρία στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ατομικής δυσκολίας, αλλά συστημική αποτυχία. Παρά τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και τις επανειλημμένες συστάσεις των Ηνωμένων Εθνών, η υγεία εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους οικονομικής αντοχής, γεωγραφικής τύχης και οικογενειακής υποστήριξης.

Όσο η δημόσια υγεία υποχρηματοδοτείται, όσο η ιδιωτική δαπάνη διογκώνεται και όσο η προσβασιμότητα αντιμετωπίζεται ως «ειδική πρόβλεψη» και όχι ως βασική αρχή, το σύνθημα «Τίποτα χωρίς εμάς» θα παραμένει κενό περιεχομένου. Τα δεδομένα υπάρχουν. Το ερώτημα πλέον δεν είναι τι συμβαίνει, αλλά ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη να αλλάξει όσα εδώ και χρόνια όλοι γνωρίζουν.

ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΡΕΥΝΑ