Σύνορα σε κρίση: Καταρρέει η εκεχειρία, 12 νεκροί σε μάχες Ταϊλάνδης–Καμπότζης (Βίντεο)

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι μακροχρόνιες εντάσεις ανάμεσα στην Ταϊλάνδη και την Καμπότζη αναζωπυρώθηκαν ξανά κατά μήκος των συνόρων τους, διαλύοντας μια εύθραυστη εκεχειρία που είχε επιτευχθεί με τη μεσολάβηση του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Από τη Δευτέρα έχουν χάσει τη ζωή τους τουλάχιστον τρεις Ταϊλανδοί στρατιώτες και επτά Καμποτζιανοί πολίτες, με τις δύο χώρες να αλληλοκατηγορούνται για το ποια προκάλεσε την επανέναρξη των συγκρούσεων. Οι συμπλοκές, που περιλάμβαναν ακόμη και ταϊλανδικές αεροπορικές επιδρομές κατά μήκος της συνοριακής γραμμής, θεωρούνται οι σοβαρότερες από την εφαρμογή της εκεχειρίας τον περασμένο Ιούλιο.


Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους καθώς ξεσπούν και πάλι πυρά κατά μήκος των συνόρων Καμπότζης-Ταϊλάνδης ODDAR MEANCHEY – Οι κάτοικοι στην πόλη Samraong και τα κοντινά χωριά στην επαρχία Oddar Meanchey εγκατέλειψαν και πάλι τα σπίτια τους καθώς ανέφεραν ότι άκουσαν πυρά νωρίς το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας, οι ταϊλανδικές στρατιωτικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επιθέσεις πριν από την αυγή σε διάφορες τοποθεσίες, μεταξύ των οποίων το An Ses στην επαρχία Preah Vihear και η περιοχή του ναού Tamoan Thom στην επαρχία Oddar Meanchey. Πλάνα που παραχωρήθηκαν από τον Soeurt Chantrea

 

Η διαμάχη δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, αλλά έχει βαθιές ρίζες. Η συνοριακή χάραξη ανάμεσα στις δύο χώρες έγινε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα, έπειτα από το πέρασμα της Καμπότζης από γαλλική κατοχή. Στη σύγχρονη εποχή η ένταση κορυφώθηκε το 2008, όταν η Καμπότζη επιδίωξε την αναγνώριση ενός ναού του 11ου αιώνα που βρίσκεται σε αμφισβητούμενη ζώνη ως μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Η πρωτοβουλία αυτή προκάλεσε αντιδράσεις στη Μπανγκόκ, οδηγώντας σε νέους γύρους επεισοδίων, απώλειες στρατιωτών και αμάχων και από τις δύο πλευρές.

Τα ταϊλανδικά στρατεύματα άνοιξαν πυρ εναντίον των δυνάμεων της Καμπότζης το πρωί της 07-08 Δεκεμβρίου 2025. Οι δυνάμεις της Καμπότζης άσκησαν το δικαίωμά τους στην αυτοάμυνα ως απάντηση στην εισβολή του ταϊλανδικού στρατού. 

Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή για να δούμε πώς έφτασαν τα πράγματα μέχρι αυτό το σημείο:

Κατά τους τελευταίους μήνες, η κατάσταση επιβαρύνθηκε περαιτέρω. Τον Μάιο σημειώθηκε ο θάνατος ενός Καμποτζιανού στρατιώτη σε σύγκρουση, εξέλιξη που βύθισε τις διμερείς σχέσεις στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δέκα και πλέον ετών. Πριν από τα γεγονότα του Ιουλίου, Ταϊλάνδη και Καμπότζη είχαν επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στις διασυνοριακές μετακινήσεις. Η Πνομ Πενχ απαγόρευσε την εισαγωγή ταϊλανδικών προϊόντων, όπως φρούτα, λαχανικά, ενεργειακές προμήθειες και διαδικτυακές υπηρεσίες, ενώ και οι δύο χώρες ενίσχυσαν σημαντικά τη στρατιωτική παρουσία τους στα αμφισβητούμενα σημεία.

Οι δύο κυβερνήσεις παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Σύμφωνα με την Ταϊλάνδη, στις 8 Δεκεμβρίου τα στρατεύματά της δέχτηκαν καμποτζιανά πυρά στην επαρχία Ουμπόν Ρατσατάνι, με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός Ταϊλανδού στρατιώτη. Η Μπανγκόκ υποστηρίζει επίσης ότι εξαπέλυσε αεροπορικές επιδρομές σε στρατιωτικούς στόχους κοντά στη συνοριακή γραμμή ώστε να απαντήσει «προστατευτικά».

Ωστόσο, η Καμπότζη επιμένει ότι η Ταϊλάνδη ήταν αυτή που επιτέθηκε πρώτη, αυτή τη φορά στην περιοχή Πρέι Βιχεάρ, και ότι η ίδια δεν αντεπιτέθηκε. Την επόμενη ημέρα, ο ταϊλανδικός στρατός κατηγόρησε την Καμπότζη ότι χρησιμοποίησε ρουκέτες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έριχναν βόμβες και drones-καμικάζι εναντίον των Ταϊλανδών στρατιωτών, ενώ ανέφερε ότι ορισμένες ρουκέτες έπεσαν σε κατοικημένες περιοχές. Αργότερα επιβεβαίωσε ότι πραγματοποίησε νέες αεροπορικές επιδρομές ως αντίδραση. Από την πλευρά της, η Πνομ Πενχ κατηγόρησε την Ταϊλάνδη ότι πυροβόλησε αδιακρίτως προς περιοχές με αμάχους στην επαρχία Πουρσάτ.

Τον Ιούλιο, τα δύο κράτη είχαν εμπλακεί ξανά σε ανταλλαγές πυρών, κατηγορώντας τότε επίσης το ένα το άλλο για τη μοιραία πρώτη βολή. Η κατάσταση εξελίχθηκε ραγδαία: η Ταϊλάνδη κατηγόρησε την Καμπότζη για εκτόξευση ρουκετών, ενώ ως απάντηση η Μπανγκόκ προχώρησε σε αεροπορικούς βομβαρδισμούς στόχων της Καμπότζης. Οι συγκρούσεις εκείνου του μήνα κράτησαν πέντε ημέρες, προκαλώντας τον θάνατο 48 ανθρώπων και τον εκτοπισμό χιλιάδων κατοίκων των παραμεθόριων περιοχών. Η παρέμβαση του Τραμπ, με τη μεσολάβηση και της Μαλαισίας, οδήγησε τελικά σε κατάπαυση του πυρός.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε παρουσιάσει την τελική συμφωνία ως «ειρηνευτική συμφωνία της Κουάλα Λουμπούρ», παρότι η Ταϊλάνδη απέφυγε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο και την αποκάλεσε «Κοινή δήλωση Ταϊλάνδης–Καμπότζης για τα αποτελέσματα της συνάντησης στην Κουάλα Λουμπούρ». Οι δύο πλευρές είχαν δεσμευτεί να αποσύρουν τα βαρέα όπλα από την επίμαχη ζώνη και να δημιουργήσουν προσωρινή ομάδα παρατηρητών. Στο επόμενο στάδιο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί και η απελευθέρωση 18 Καμποτζιανών στρατιωτών που κρατούνταν στην Ταϊλάνδη.

&

Τον Νοέμβριο, η Ταϊλάνδη ανέστειλε μονομερώς τη συμφωνία, με τον πρωθυπουργό Ανουτίν Σαρνβιρακούλ να δηλώνει ότι η απειλή δεν έχει πράγματι μειωθεί και ότι η κατάσταση παραμένει επικίνδυνη. Αντίθετα, η Καμπότζη διακήρυξε πως εξακολουθεί να στηρίζει τις δεσμεύσεις της συμφωνίας. Μετά τα νέα επεισόδια του Δεκεμβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊλάνδης, Σιχασάκ Φουανγκκετκεόου, δήλωσε στο BBC ότι η εκεχειρία «έχει ουσιαστικά καταρρεύσει» και πως «η μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο της Καμπότζης».

Ο πρώην πρωθυπουργός της Καμπότζης, Χουν Σεν, δήλωσε πως τα καμποτζιανά στρατεύματα ανταπέδωσαν τα πυρά μόνο αργά τη Δευτέρα, προκειμένου –όπως είπε– να δείξουν σεβασμό προς την κατάπαυση του πυρός. Ο Τραμπ κάλεσε και τις δύο χώρες να τηρήσουν όσα είχαν υπογράψει, σύμφωνα με το Reuters.

Το μέλλον της κρίσης παραμένει αβέβαιο. Παρότι στο παρελθόν σοβαρές συγκρούσεις είχαν τελικά αποκλιμακωθεί, ορισμένοι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι σημερινές ηγεσίες δεν φαίνεται να διαθέτουν την πολιτική ισχύ ή τη βεβαιότητα που απαιτείται για να κάνουν πίσω και να αποτρέψουν μια νέα, μεγαλύτερη κρίση.