Λάμπουν στα σαλόνια, εξαφανίζονται στα τελωνεία: Το κόλπο με τα αφορολόγητα πολυτελή αυτοκίνητα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Μεταχειρισμένα αλλά υψηλής κατηγορίας αυτοκίνητα από τη Γερμανία «ξεπλένονταν» μέσω Βουλγαρίας  για να καταλήξουν στην Ελλάδα σχεδόν χωρίς φορολόγηση.

Πίσω από αυτές τις εισαγωγές κρύβεται ένα «καρουζέλ» με εταιρείες βιτρίνες, εικονικά τιμολόγια και δήθεν νόμιμες διαδικασίες.

Οι δήθεν νόμιμες διαδικασίες αξιοποίησαν ενα θεσμοθετημένο καθεστώς της Ε.Ε. που δημιουργήθηκε για να αποτρέπεται η διπλή φορολόγηση. Μόνο που η τελική κατάληξη ήταν να εξαφανίζεται Φ.Π.Α. πολλών χιλιάδων ευρώ.

Η ΑΑΔΕ, μέσα από ελέγχους στο τελωνείο της Θεσσαλονίκης, εντόπισε πώς το καθεστώς  περιθωρίου κέρδους για εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων  τελικά  μετατρέπεται σε εργαλείο απόκρυψης φόρων.

Το σύστημα αυτό θεσπίστηκε για περιπτώσεις όπου προϊόντα, όπως ένα αυτοκίνητο, έχουν ήδη επιβαρυνθεί με ΦΠΑ στην πρώτη τους πώληση. Όταν όμως εφαρμόζεται μεταξύ εταιρειών αντί μεταξύ εμπόρου και ιδιώτη, εξελίσσεται σε μηχανισμό φοροδιαφυγής.

Τα βήματα που ακολουθούσε το κύκλωμα ήταν τα ακόλουθα:

  1. Η γερμανική εταιρεία στέλνει το αυτοκίνητο στη βουλγαρική με καθεστώς ενδοκοινοτικής παράδοσης , επομένως  άρα χωρίς ΦΠΑ, αφού ο αγοραστής διαθέτει ενεργό ευρωπαϊκό ΑΦΜ.
  2. Η βουλγαρική εταιρεία, αφού παραλάβει το όχημα χωρίς ΦΠΑ, «μαγειρεύει» έγγραφα που εμφανίζουν ότι το αυτοκίνητο αγοράστηκε με ΦΠΑ, ο οποίος όμως δεν έχει πληρωθεί πουθενά.
  3. Στην πώληση προς την Ελλάδα, η ίδια εταιρεία εκδίδει τιμολόγιο με καθεστώς περιθωρίου κέρδους. Έτσι, οι ελληνικές αρχές βλέπουν μόνο το μικρό περιθώριο και όχι την πραγματική αξία του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ΦΠΑ σε ελάχιστο ποσό αντί στην πλήρη τιμή.

Παράδειγμα: ένα πολυτελές μεταχειρισμένο αξίας 50.000 € εμφανίζεται «στα χαρτιά» ότι αγοράστηκε 59.500 €, ως δήθεν τιμή με γερμανικό ΦΠΑ 19%, που όμως δεν έχει καταβληθεί.

Στην Ελλάδα δηλώνεται περιθώριο 2.000 €, επομένως ο ΦΠΑ που πληρώνεται είναι μόλις 480 €. Το Δημόσιο χάνει έτσι πάνω από 11.500 € ανά όχημα.

Ο «19%» φόρος που φαίνεται στο έγγραφο είναι καθαρά εικονικός.

Το ευρωπαϊκό καθεστώς περιθωρίου κέρδους (άρθρο 45 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ) είναι απολύτως νόμιμο όταν αφορά αγορές από ιδιώτες.

Όταν όμως εφαρμόζεται τεχνητά σε αλυσίδες εταιρειών, λειτουργεί ως εργαλείο εξαφάνισης ΦΠΑ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της ΑΑΔΕ, από 19 οχήματα συνολικής αξίας περίπου 885.000 €, το Δημόσιο έχασε πάνω από 212.000 € σε ΦΠΑ.

Πρόκειται για ξεκάθαρο μοτίβο, βασισμένο σε ψεύτικα τιμολόγια, δήθεν ιδιώτες με την ιδιότητα του πωλητή , πλασματικά δελτία εξαγωγών και προσωρινές πινακίδες, που αρκούν για να ξεγελάσουν μια επιφανειακή τελωνειακή επιθεώρηση.

Για να αποκαλυφθούν τέτοιες πρακτικές, οι ελεγκτές αξιοποιούν ψηφιακές διασταυρώσεις: έλεγχο μέσω του VIES, τελωνειακά μητρώα, στοιχεία VIN και ιστορικότητας οχημάτων, ακόμη και τραπεζικές κινήσεις. Όταν οι πληροφορίες συνδυαστούν, η δήθεν «αγορά από ιδιώτη» καταρρέει, ανοίγοντας τον δρόμο για βαριά πρόστιμα και ποινικές διώξεις.

Η υπόθεση της ΑΑΔΕ συνδέεται με πολύ μεγαλύτερη ευρωπαϊκή έρευνα υπό την EPPO.

Στην επιχείρηση «Vortex» αποκαλύφθηκε εκτεταμένο δίκτυο καρουζέλ που διακινούσε πολυτελή οχήματα εντός της Ε.Ε., προκαλώντας ζημιές άνω των 100 εκατ. ευρώ. Πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονες επιχειρήσεις σε Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ουγγαρία και Σλοβακία, με εκατοντάδες αστυνομικούς και ελεγκτές να κάνουν εφόδους, συλλήψεις και κατασχέσεις οχημάτων, εγγράφων και λογαριασμών.

Το κύκλωμα χρησιμοποιούσε συνεχώς τις ίδιες εταιρείες–φαντάσματα για να μεταφέρουν εικονικά τα αυτοκίνητα από χώρα σε χώρα, χωρίς να αποδίδεται ΦΠΑ ποτέ. Τα ίδια οχήματα φαίνονταν να αλλάζουν ιδιοκτήτη πολλές φορές μόνο στα χαρτιά, ώστε να χαθεί η δυνατότητα ελέγχου.

Η EPPO επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο απάτης δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να διαστρεβλωθεί το ενδοκοινοτικό πλαίσιο ΦΠΑ όταν υπάρχουν εταιρείες φαντάσματα.

Η «Vortex» θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες τέτοιες υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ζημίες που υπερβαίνουν τα 100 εκατ. ευρώ, και η έρευνα συνεχίζεται.