ΤΕΛΟΣ 0,5% ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΑΛΛΑ ΑΓΝΟΟΥΜΕ ΠΩΣ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙΤΑΙ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Το τέλος 0,5% επί των ακαθάριστων εσόδων είναι ένα χαράτσι, η επιβολή του οποίου ξεκίνησε το μακρινό 1976 με τον Ν 339/5-6-1976 (περ. β, παρ. 1, άρθρο 1), άλλαξε πεδίο  εφαρμογής με το άρθρο 20 του Ν 2539/4-12-1997, τροποποιήθηκε με το άρθρο 62 του  Ν. 4483/2017, και επεκτάθηκε από το 2021 σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας.  

Αφορά και επηρεάζει αφενός έναν τεράστιο αριθμό επαγγελματιών, καθώς επιβάλλεται σε όλα τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, εστιατόρια, καφετέριες, μπαρ, ζυθοπωλεία, ψησταριές, καντίνες, επιχειρήσεις διάθεσης τροφίμων και ποτών κλπ, αφετέρου όλους εμάς που κάνουμε χρήση των υπηρεσιών των ως άνω καταστημάτων. Γιατί, εννοείται πώς και αυτό εμείς το επιβαρυνόμαστε.  

Τα τελευταία μάλιστα χρόνια το κράτος αποφάσισε ότι πρέπει να αποδίδονται απευθείας σε αυτό με ηλεκτρονική υποβολή μέσω ΑΑΔΕ και αυτό όρισε με την ΚΥΑ 1209/2023 (ΦΕΚ Β’ 7332/22-12-2023). Γιατί άραγε το κράτος αποφάσισε να τα εισπράττει το ίδιο και στη συνέχεια να τα αποδίδει στους Δήμους; Γιατί άραγε αφαίρεσε την άμεση είσπραξή τους από τους ίδιους τους Δήμους;  

Τα ποσά δε που εισπράττονται προφανώς είναι μεγάλα και υπολογίσιμα  αν αναλογιστεί κανείς πόσες επιχειρήσεις αφορά και πόσοι πελάτες το χρεώνονται. Εύλογα αναρωτιόμαστε όλοι που πάνε αυτά τα χρήματα. Βάσει νόμου ένα 20% κρατάει το κράτος και το 80% αποδίδεται στους Δήμους για έργα πράσινης ανάπτυξης (;;;) 

Τι γίνεται όμως στην πράξη; Αποδίδονται στους δήμους; Ελέγχονται οι δήμοι για το πώς αξιοποιούν το χρηματικά ποσά που συγκεντρώνονται από την απόδοση του τέλους; 

Έχουμε εικόνα έργων ή επενδύσεων που έχουν γίνει με αυτά τα χρήματα;  

Ερωτήματα όμως εγείρει και το γεγονός ότι το εν λόγω τέλος επιβάλλεται σε όλα τα καταστήματα που αφορά, χωρίς καμία διαφοροποίηση γεωγραφική, εισοδηματική, φορολογική.  

Η εφαρμογή του τέλους μπορεί να φαίνεται μικρή σε μεγάλες πόλεις, με τουρισμό και μεγάλο αριθμό κατοίκων,  αλλά αποτελεί βραχνά για τα ορεινά χωριά, τα νησιά με μικρό μόνιμο πληθυσμό, τις αραιοκατοικημένες περιοχές ή/και τις ημιορεινές κοινότητες με 300 το πολύ κατοίκους. Σε αυτές τις περιοχές, τα καφενεία και τα μικρά οικογενειακά εστιατόρια λειτουργούν με οριακό τζίρο, εξυπηρετούν ως επι το πλείστον ηλικιωμένους μόνιμους κατοίκους αποτελώντας ουσιαστικά τις τελευταίες κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών, το μόνο μέρος που οι λιγοστοί κάτοικοι μπορούν να συνευρεθούν και να ανταλλάξουν μία κουβέντα και να διασκεδάσουν.  

Το τέλος επι των ακαθαρίστων εσόδων, επιβαλλόμενο πάνω σε τζίρο που συχνά δεν επαρκεί ούτε για τα έξοδα,καθίσταται εξοντωτικό γι αυτές τις μικρές επιχειρήσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές αν όχι οι περισσότερες από αυτές- παραμένουν ανοιχτές και σε λειτουργία πιο πολύ για συναισθηματικούς και κοινωνικούς λόγους και όχι γιατί είναι κερδοφόρες για τους ιδιοκτήτες τους. Το θέμα βέβαια είναι για πόσο μπορούν αυτά τα μικρά καφενεία, εστιατόρια, ταβέρνες να επιβιώσουν, όταν αυξάνονται διαρκώς τα έξοδα συντήρησής τους;;;; 

Μήπως η κυβέρνηση θα πρέπει να επανεξετάσει λίγο τον τρόπο επιβολής του ως άνω αλλά και άλλων τελών;  

Γράφει ο Μώρος Γεώργιος