Η Μεγάλη Ληστεία του 21ου Αιώνα: Το παγκόσμιο χρέος ΣΚΑΕΙ και θα το πληρώσουμε εμείς!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Για περίπου δεκαπέντε χρόνια οι οικονομίες κινήθηκαν με μηδενικά επιτόκια και άφθονη ρευστότητα. Κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά δανείζονταν φθηνά, ενώ οι κεντρικές τράπεζες απορροφούσαν τεράστιο όγκο χρέους. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 100 τρισ. δολάρια, την ώρα που τα επιτόκια επέστρεψαν σε υψηλότερα επίπεδα. Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν, αλλά δεν αποκαλύπτουν όλη την εικόνα. Οι οικονομολόγοι ανησυχούν κυρίως για τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, για το κατά πόσο κάθε οικονομία αναπτύσσεται αρκετά ώστε να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της. Όταν αυτή η αναλογία μοιάζει μη βιώσιμη, οι αγορές ζητούν υψηλότερα επιτόκια και η πίεση αυξάνεται.

Την ίδια στιγμή, η ιδιωτική περιουσία κινείται σε ιστορικά υψηλά. Η άνοδος των αγορών ενίσχυσε τα χαρτοφυλάκια εύπορων νοικοκυριών, ενώ πλησιάζει η «Μεγάλη Μεταβίβαση Πλούτου». Μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα αλλάξουν χέρια 80 έως 120 τρισ. δολάρια. Για πολλές κυβερνήσεις, ο συνδυασμός υπερχρεωμένων κρατών και πλούσιων νοικοκυριών θεωρείται ευκαιρία πολιτικής παρέμβασης. Όπως επισημαίνει ο Paul Donovan της UBS, τα κράτη ιστορικά βρίσκουν τρόπους να στηρίζουν τα δημόσια οικονομικά μέσω του ιδιωτικού πλούτου. Το ερώτημα αφορά το εργαλείο: το καρότο ή το μαστίγιο. Η ήπια εκδοχή περιλαμβάνει financial repression. Πρόκειται για μέτρα που ενθαρρύνουν ή «σπρώχνουν» κεφάλαια προς το δημόσιο χρέος. Τέτοια παραδείγματα είναι τα φορολογικά κίνητρα για αγορά ομολόγων ή οι κανόνες που κατευθύνουν θεσμικούς επενδυτές σε κρατικά χαρτιά.

Aν αυτές οι προσεγγίσεις δεν φέρουν αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις στρέφονται σε πιο επιθετικά εργαλεία. Σε αυτά συγκαταλέγονται υψηλότεροι φόροι στις κληρονομιές, στις υπεραξίες και στις μεγάλες περιουσίες. Η Μεγάλη Μεταβίβαση Πλούτου καθιστά τις κληρονομιές ιδανικό στόχο. Το πολιτικό αφήγημα είναι απλό: οι νεότερες γενιές πιέζονται, ενώ ο συσσωρευμένος πλούτος παραμένει τεράστιος. Ο Donovan προειδοποιεί ότι είναι αφελές να πιστεύουμε πως οι κυβερνήσεις θα μείνουν αμέτοχες. Η προσπάθεια να κινητοποιηθεί ο ιδιωτικός πλούτος θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Ωστόσο, μια τέτοια στρατηγική ενδέχεται να περιορίσει τη ροή κεφαλαίων προς την ιδιωτική επένδυση.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, οι κυβερνήσεις της Δύσης αντιμετωπίζουν κάτι σαν τρίλημμα. Δεν μπορούν να ικανοποιούν ταυτόχρονα τους ψηφοφόρους, τους επενδυτές και τις ανάγκες της οικονομίας. Η περίπτωση της Βρετανίας το απέδειξε καθαρά. Η εμπειρία Τρας έδειξε ότι η παράκαμψη των αγορών οδηγεί σε άμεσα και επώδυνα αποτελέσματα. Η σημερινή κυβέρνηση αναγκάζεται να ισορροπεί ανάμεσα στην κοινωνική πίεση και τον φόβο μιας νέας αναταραχής στα ομόλογα, καταλήγοντας σε μικρές αλλά συχνές φορολογικές παρεμβάσεις. Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται στη Γαλλία. Το χρέος είναι υψηλό, τα ελλείμματα επίμονα και οι φορολογικές αυξήσεις πολιτικά δύσκολες. Πολλοί μιλούν για μια κατάσταση όπου όλοι γνωρίζουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αλλά κανείς δεν θέλει να αναλάβει το πολιτικό κόστος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ακόμη πιεστικότερη θέση. Το χρέος τους αγγίζει το 100% του ΑΕΠ και το έλλειμμα παραμένει πάνω από 7%. Αυτό που τις προστατεύει προς το παρόν είναι το δολάριο. Η διεθνής ζήτηση για Treasuries προσφέρει μια ιδιότυπη «ασπίδα», που διατηρεί το κόστος δανεισμού χαμηλότερο. Ωστόσο, η κυριαρχία του δολαρίου δέχεται διαβρώσεις. Μετατοπίσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, γεωπολιτικές συγκρούσεις και ανησυχίες για την ασφάλεια των αποθεμάτων δημιουργούν νέα ρήγματα. Ο Bruno Colmant μιλά για πιθανό «λυκόφως του δολαρίου» αν συνδυαστούν πολιτική πόλωση, υπερβολικό χρέος και απώλεια εμπιστοσύνης. Ένα σοκ εμπιστοσύνης θα μπορούσε να εκτοξεύσει τα επιτόκια και να προκαλέσει ισχυρή αναταραχή στις αγορές.

Παρά τις ανησυχίες, ένα απότομο κραχ δεν θεωρείται το πιο πιθανό σενάριο. Πιο ρεαλιστική θεωρείται μια αργή, διάχυτη κρίση, που θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου. Αυτή η εξέλιξη περιλαμβάνει επίμονα υψηλότερο πληθωρισμό, πιο αυστηρούς κανόνες για τις αποταμιεύσεις και σταδιακή αύξηση των φόρων στον πλούτο. Οι αγορές ομολόγων θα παραμένουν ευάλωτες σε περιοδικές αναταράξεις, με τις κεντρικές τράπεζες να λειτουργούν ως «τελευταίοι αγοραστές». Το οξύ σενάριο, δηλαδή μια συστημική κρίση χρέους, θα απαιτούσε μεγάλη απώλεια εμπιστοσύνης στο δολάριο ή σε άλλο μεγάλο εκδότη χρέους. Αυτό δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά η πιθανότητα αυξάνεται όσο τα χρέη συσσωρεύονται και η πολιτική παραμένει βραχυπρόθεσμη.

Για τους πολίτες και τους επενδυτές, το μήνυμα των επόμενων ετών είναι σαφές. Ο ιδιωτικός πλούτος θα βρεθεί στο επίκεντρο των πολιτικών επιλογών. Τα κράτη θα χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα ως βασικό εργαλείο, τόσο οικονομικό όσο και κοινωνικό. Οι διεθνείς ισορροπίες θα αμφισβητηθούν, ενώ η Ευρώπη και η Ιαπωνία θα διαχειριστούν τα χρέη τους χωρίς το πλεονέκτημα του αποθεματικού νομίσματος. Το αν αυτή η περίοδος εξελιχθεί σε παρατεταμένη πίεση ή σε ανοιχτή κρίση θα εξαρτηθεί κυρίως από την πολιτική βούληση. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η εποχή του φθηνού χρήματος τελείωσε. Και ο λογαριασμός θα περάσει, αργά ή γρήγορα, στα χέρια των πολιτών.

Γράφει ο Σαλαμινομάχος