37χρονος στη Ρόδο κατηγορείται για τον καταστροφικό εμπρησμό που συγκλόνισε το νησί

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2025 αναμένεται να εκδικαστεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις εμπρησμού που έχουν απασχολήσει τη Ρόδο τα τελευταία χρόνια. Η υπόθεση αφορά τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε τον Μάρτιο του 2021 στις εγκαταστάσεις του ραντάρ της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και στις κεραίες κινητής τηλεφωνίας στον Αττάβυρο, προκαλώντας ζημιές που ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο ευρώ.

Στο εδώλιο, την 2α Δεκεμβρίου, θα καθίσει ένας 37χρονος κάτοικος της περιοχής, ο οποίος αρνείται κάθε εμπλοκή, ωστόσο αντιμετωπίζει κατηγορίες για εμπρησμό από πρόθεση με κίνδυνο για ξένα πράγματα, πρόκληση σημαντικής βλάβης σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε πράγματα που χρησιμεύουν στο κοινωνικό σύνολο, κατ’ εξακολούθηση φθορά με φωτιά και κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Την υπεράσπισή του έχει αναλάβει ο δικηγόρος Δήμος Μουτάφης.

Τα γεγονότα που συγκλόνισαν την τοπική κοινωνία εκτυλίχθηκαν τα ξημερώματα της 12ης Μαρτίου 2021. Σύμφωνα με τις έρευνες, άτομο με κουκούλα εισήλθε στις απαγορευμένες εγκαταστάσεις του ραντάρ, κρατώντας μπιτόνι με εύφλεκτο υγρό, το οποίο περιέλουσε στο εσωτερικό, ενώ προηγουμένως είχε προκαλέσει εκτεταμένες ζημιές στον εξοπλισμό με λοστό. Οι καταστροφές ήταν ολοκληρωτικές: πλήρης καταστροφή των εγκαταστάσεων του ραντάρ, καταστροφή τεσσάρων κεραιών κινητής τηλεφωνίας, συνολικές ζημιές άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ και τηλεπικοινωνιακό «μπλακ-άουτ» στα γύρω χωριά.

Η εφημερίδα Rodiaki.gr υπενθυμίζει ότι δέκα ημέρες πριν από την πυρκαγιά, οι ίδιες εγκαταστάσεις είχαν παραβιαστεί και είχε αφαιρεθεί τμήμα του εξοπλισμού. Οι αρχές έφτασαν στα ίχνη του 37χρονου μέσα από αναλυτική μελέτη των διαθέσιμων στοιχείων. Βιντεοληπτικό υλικό από το ίδιο το ραντάρ, αλλά και από κάμερες καταστημάτων και κατοικιών στην περιοχή του Έμπωνα, κατέγραψε την κίνηση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, με τον χρόνο απουσίας του να θεωρείται επαρκής για την τέλεση της πράξης. Κατά την κατ’ οίκον έρευνα βρέθηκε επίσης μπουφάν όμοιο με αυτό που είχε καταγραφεί.

Στην εξιχνίαση συνέβαλαν αξιωματικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Ρόδου, ειδικές υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε τρεις φορές προανακριτικά να δώσει εξηγήσεις και στις 9 Δεκεμβρίου 2024 απολογήθηκε ενώπιον του ανακριτή Ρόδου, επιμένοντας σε άρνηση κάθε συμμετοχής.

Στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι είναι περιστασιακός χρήστης κάνναβης, την οποία καλλιεργούσε μαζί με φίλο του σε απομονωμένη τοποθεσία για προσωπική χρήση. Υποστήριξε ότι εκεί κατευθυνόταν όταν κατεγράφη από τις κάμερες και όχι προς τις εγκαταστάσεις του ραντάρ, ενώ εξήγησε ότι αρχικά φοβήθηκε να αποκαλύψει την αλήθεια λόγω της παραβίασης του νόμου περί ναρκωτικών.